Γερμανία – Ενώ αποτελεί την ισχυρότερη οικονομική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα καταγράφει σημαντική υστέρηση στον τομέα της ιδιωτικής περιουσίας για τα μεσαία στρώματα. Νέα δεδομένα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποκαλύπτουν μια έντονη ανισότητα, με τη συντριπτική πλειονότητα των γερμανικών νοικοκυριών να υπολείπεται αισθητά σε συσσωρευμένο πλούτο συγκριτικά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Στα 106.000 ευρώ υπολογίζεται η διάμεση περιουσία στη Γερμανία, πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Μόλις το 42% με 44% των Γερμανών ιδιοκατοικεί, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη.
- Το ανώτερο 10% του πληθυσμού συγκεντρώνει πάνω από το ήμισυ του συνολικού πλούτου.
Το χάσμα μεταξύ μέσης και διάμεσης περιουσίας
Για να γίνει κατανοητή η πραγματική εικόνα, απαιτείται ο διαχωρισμός του μέσου όρου από τη διάμεση τιμή. Σύμφωνα με τα εναρμονισμένα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η μέση καθαρή περιουσία ενός γερμανικού νοικοκυριού ανέρχεται σε 413.000 ευρώ, τοποθετώντας τη χώρα στην έκτη θέση της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η διάμεση περιουσία, η οποία χωρίζει τον πληθυσμό ακριβώς στη μέση, διαμορφώνεται μόλις στα 106.000 ευρώ.
Η τεράστια αυτή απόκλιση αποτελεί σαφή δείκτη έντονης ανισότητας. Το κατώτερο 50% του πληθυσμού κατέχει μόλις το 2% της συνολικής περιουσίας. Αντίστοιχα, αναλύσεις της Deutsche Bundesbank δείχνουν ότι η συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή οφείλεται κυρίως στην κατοχή επιχειρηματικών περιουσιακών στοιχείων και ακινήτων μεγάλης αξίας, τα οποία ελέγχονται από μια μικρή μερίδα πολιτών.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη
Το γερμανικό δομικό πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές σε άμεση σύγκριση με τις γειτονικές χώρες. Ενώ το Λουξεμβούργο σημειώνει μέση περιουσία 1,5 εκατομμυρίων ευρώ και διάμεση στα 750.000 ευρώ, η Γερμανία μένει πολύ πίσω. Ακόμη και σε κράτη με μικρότερη οικονομική ισχύ, τα νοικοκυριά εμφανίζονται πλουσιότερα.
Στη Γαλλία, η διάμεση περιουσία αγγίζει τα 170.000 ευρώ, ενώ στη Μάλτα εκτοξεύεται στα 500.000 ευρώ. Η αναλογία μεταξύ μέσης και διάμεσης περιουσίας στη Γερμανία και την Αυστρία φτάνει το 4, ενδεικτικό της τεράστιας ψαλίδας, την ώρα που σε χώρες όπως η Σλοβακία και η Μάλτα ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται στο χαμηλό 1,5.
Η κουλτούρα του ενοικίου ως βασική αιτία
Ο σημαντικότερος δομικός λόγος για τα χαμηλά νούμερα της Γερμανίας εντοπίζεται στην ισχυρή «κουλτούρα του ενοικίου». Ιστορικά, η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό μοχλό συσσώρευσης πλούτου για τη μεσαία τάξη. Μελέτες από το Institut der deutschen Wirtschaft (IW) της Κολωνίας αναφέρουν ότι στη Σλοβακία και τη Μάλτα πάνω από το 75% με 85% των πολιτών ζουν στο δικό τους σπίτι.
Αντίθετα, η Γερμανία καταγράφει το απόλυτο αρνητικό ρεκόρ της Ευρωζώνης, με το ποσοστό ιδιοκατοίκησης να κυμαίνεται μεταξύ 42% και 44%. Η εξαιρετικά ανεπτυγμένη αγορά ενοικίων και τα υψηλά κόστη αγοράς ακινήτων αποθαρρύνουν τις επενδύσεις. Ως αποτέλεσμα, η πλειονότητα αποταμιεύει σε τραπεζικούς λογαριασμούς χαμηλού ρίσκου, οι οποίοι είναι ευάλωτοι στον πληθωρισμό και δεν αποδίδουν σημαντικές υπεραξίες.
Το «αόρατο» περιουσιακό στοιχείο του κοινωνικού κράτους
Ένας επιπλέον παράγοντας είναι η λειτουργία του γερμανικού κράτους πρόνοιας, το οποίο λειτουργεί ως ένα είδος «άυλης περιουσίας». Χώρες με ισχυρά δίκτυα κοινωνικής προστασίας, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Αυστρία, τείνουν να παρουσιάζουν υψηλότερη ανισότητα στον ιδιωτικό πλούτο.
Τόσο η Bundesbank όσο και το IW Köln επισημαίνουν ότι τα ισχυρά συνταξιοδοτικά δικαιώματα και οι ασφαλίσεις υγείας ή ανεργίας μειώνουν την επιτακτική ανάγκη για ιδιωτική αποταμίευση. Παράλληλα, οι υψηλές ασφαλιστικές και φορολογικές κρατήσεις αφήνουν μικρότερο περιθώριο στους πολίτες να συγκεντρώσουν σημαντικά ιδιωτικά κεφάλαια, διαμορφώνοντας τελικά το λεγόμενο γερμανικό παράδοξο του πλούτου.