Γερμανία – Μόλις το 27,1% των ικανών προς εργασία Ουκρανών προσφύγων που κατέφυγαν στη χώρα απασχολείται ενεργά, καθώς 483.197 άτομα εξακολουθούν να λαμβάνουν το βασικό κοινωνικό επίδομα Bürgergeld. Τα νέα επίσημα στοιχεία αναζωπυρώνουν την έντονη πολιτική συζήτηση γύρω από την αποτελεσματικότητα της ενσωμάτωσης των προσφύγων και το διαρκώς αυξανόμενο δημοσιονομικό βάρος της πρόνοιας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- 483.197 Ουκρανοί πρόσφυγες λαμβάνουν σήμερα παροχές Bürgergeld στη χώρα.
- Στο 27,1% υπολογίζεται η απασχόληση καταγράφοντας μεγάλη απόκλιση από την Πολωνία.
- 325.498 άτομα είχαν πλήρη ασφάλιση σύμφωνα με καταγραφές των αρμόδιων αρχών.
Τα νέα κυβερνητικά στοιχεία για την απασχόληση
Σε αποκλειστικό ρεπορτάζ της η εφημερίδα BILD αποκαλύπτει τα επίσημα δεδομένα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, τα οποία διαβιβάστηκαν έπειτα από κοινοβουλευτικό ερώτημα που κατέθεσε ο εκπρόσωπος εργασίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης René Springer. Οι σχετικοί υπολογισμοί βασίζονται στα μητρώα της Bundesagentur für Arbeit και καταγράφουν ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις Ουκρανούς έχει καταφέρει να ενταχθεί σε καθεστώς τακτικής εργασίας.
Τον Φεβρουάριο του 2026 συνολικά 325.498 εργαζόμενοι από την Ουκρανία κατείχαν θέση πλήρους απασχόλησης με καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης. Παράλληλα, άλλα 51.856 άτομα απασχολούνταν αποκλειστικά σε καθεστώς μερικής εργασίας τύπου Minijob, παραμένοντας εν μέρει εξαρτημένα από την κρατική αρωγή.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τον Γερμανό βουλευτή να χαρακτηρίσει ανεπαρκές το κυβερνητικό πρόγραμμα ταχείας επαγγελματικής ένταξης. Ο ίδιος ζήτησε τον τερματισμό της καταβολής Bürgergeld στους Ουκρανούς και τη μεταφορά τους στο καθεστώς παροχών σε είδος που προβλέπει ο νόμος για τους αιτούντες άσυλο.
Η σύγκριση με τους ευρωπαϊκούς δείκτες
Η απόδοση της γερμανικής αγοράς εργασίας υπολείπεται αισθητά σε σχέση με άλλα κράτη της ηπείρου. Συγκριτικά στοιχεία που δημοσίευσε ο OECD καταδεικνύουν ότι η Πολωνία πέτυχε ποσοστό απασχόλησης 78% για τους Ουκρανούς πρόσφυγες, αξιοποιώντας άμεσα το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό.
Αντίστοιχα υψηλές επιδόσεις σημειώνονται στη Λιθουανία με 72% και στο Ηνωμένο Βασίλειο με 69%. Ακόμη και χώρες όπως η Τσεχία, η Δανία και η Ολλανδία καταγράφουν ποσοστά ένταξης που ξεπερνούν σταθερά το 60%, αφήνοντας τη Γερμανία σε σημαντική απόσταση.
Το κόστος στήριξης και τα αντικίνητρα εργασίας
Οι Ουκρανοί πρόσφυγες απέκτησαν από το 2022 άμεση πρόσβαση στα κέντρα απασχόλησης παρακάμπτοντας τη χρονοβόρα διαδικασία ασύλου. Το βασικό επίδομα για ένα μεμονωμένο άτομο ανέρχεται σε 563 ευρώ τον μήνα, με το κράτος να καλύπτει επιπρόσθετα τα έξοδα στέγασης και θέρμανσης.
Η συνολική δημόσια δαπάνη για τη συγκεκριμένη κατηγορία δικαιούχων άγγιξε τα 6,3 δισεκατομμύρια ευρώ μέσα σε ένα μόνο οικονομικό έτος. Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δημιουργεί σοβαρά αντικίνητρα ανάληψης επίσημης εργασίας.
Σχετικές έρευνες από το Institut für Wirtschaftsforschung (Ifo) τεκμηριώνουν ότι η σταδιακή περικοπή των κρατικών ενισχύσεων σε περιπτώσεις αύξησης του εισοδήματος αποθαρρύνει πολλούς δικαιούχους από τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση. Η πιθανότητα απώλειας κοινωνικών παροχών προβάλλεται ως η βασικότερη αιτία καταφυγής στην αδήλωτη εργασία, ενώ το ύψος των βοηθημάτων επηρεάζει καθοριστικά και την επιλογή της χώρας εγκατάστασης.
Τα δομικά εμπόδια και η στρατηγική εκμάθησης γλώσσας
Αναλύσεις από το Institut für Arbeitsmarkt- und Berufsforschung (IAB) εξηγούν ότι οι χαμηλοί δείκτες συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική προτεραιότητας στην εκμάθηση της γλώσσας. Χιλιάδες πρόσφυγες παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα ένταξης, με αποτέλεσμα η είσοδός τους στην αγορά να μετατίθεται χρονικά.
Η σύνθεση του προσφυγικού πληθυσμού δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις, καθώς η πλειονότητα αποτελείται από μητέρες με ανήλικα τέκνα που αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη δομών παιδικής φροντίδας. Παράλληλα, η γενικότερη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, η περιορισμένη προσφορά θέσεων χαμηλής εξειδίκευσης και οι καθυστερήσεις στην αναγνώριση επαγγελματικών πτυχίων περιορίζουν περαιτέρω τους ρυθμούς απορρόφησης.