Γερμανία – Σημαντική αύξηση κατέγραψε ο αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στους γερμανικούς δρόμους, ανατρέποντας τη θετική πορεία των προηγούμενων ετών. Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια ανησυχητική καθημερινότητα με εκατοντάδες τραυματισμούς, ενώ παράλληλα φέρνουν στο φως τις κύριες αιτίες των δυστυχημάτων και τις ηλικιακές ομάδες που πλήττονται περισσότερο από την έλλειψη οδικής ασφάλειας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Συνολικά 2.832 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε οδικά ατυχήματα κατά τη διάρκεια του 2025.
- Η υπερβολική ή μη προσαρμοσμένη ταχύτητα αποτέλεσε την αιτία για το 29% των συνολικών θανάτων.
- Οι θάνατοι παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο, φτάνοντας τους 74.
Αύξηση των θανάτων και ιστορικό χαμηλό σοβαρών τραυματισμών
Η οδική ασφάλεια στη χώρα παρουσίασε αρνητική τροπή, καθώς οι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους σε τροχαία δυστυχήματα αυξήθηκαν σε σχέση με το 2024. Όπως ανακοίνωσε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Destatis) από το Wiesbaden, βασιζόμενη στα τελικά αποτελέσματα, 2.832 άτομα κατέληξαν στην άσφαλτο. Το νούμερο αυτό μεταφράζεται σε 62 επιπλέον απώλειες συγκριτικά με το προηγούμενο έτος, πράγμα που σημαίνει ότι σε καθημερινή βάση οκτώ άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους, 135 τραυματίζονταν σοβαρά και 882 υπέστησαν ελαφρά τραύματα.
Η αστυνομία κατέγραψε συνολικά 2,52 εκατομμύρια ατυχήματα, παρουσιάζοντας μια μικρή άνοδο της τάξης του 0,4%. Ο συνολικός αριθμός των τραυματιών αυξήθηκε κατά 1,7% προσεγγίζοντας τις 371.000, με τους ελαφρά τραυματίες να ενισχύονται κατά 2,4% στις 322.000. Αντίθετα, θετικό στοιχείο αποτελεί η μείωση των σοβαρά τραυματισμένων κατά 2,9%, καθώς υποχώρησαν στους 49.200, καταγράφοντας την χαμηλότερη τιμή από το 1991, οπότε και ξεκίνησε η ξεχωριστή καταγραφή των συγκεκριμένων δεδομένων.
Οι επαρχιακοί δρόμοι ως το πιο επικίνδυνο δίκτυο
Οι επαρχιακοί οδοί αποδείχθηκαν οι πλέον επικίνδυνες, καθώς εκεί σημειώθηκε το 56% των συνολικών θανάτων, ενώ το 34% καταγράφηκε εντός κατοικημένων περιοχών και μόλις το 10% στους αυτοκινητοδρόμους. Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία αποδίδει το υψηλό ποσοστό των θυμάτων στο επαρχιακό δίκτυο στις αυξημένες ταχύτητες, στην απουσία διαχωριστικών στημάτων ανάμεσα στα αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας και στα απροστάτευτα εμπόδια, όπως τα δέντρα στις άκρες των δρόμων. Στις αστικές περιοχές, το 63% των θυμάτων ήταν πεζοί ή ποδηλάτες.
Ως κύρια αιτία για την πρόκληση των θανατηφόρων τροχαίων αναδείχθηκε η υπερβολική ή μη προσαρμοσμένη ταχύτητα, η οποία ευθύνεται για το 29% των θανάτων στο συνολικό δίκτυο, ενώ το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο 42% όταν εξετάζονται αποκλειστικά οι αυτοκινητόδρομοι. Στον αντίποδα, τα ατυχήματα με την εμπλοκή οδηγών υπό την επήρεια αλκοόλ υποχώρησαν κατά 1,0% στα 34.800 περιστατικά, στα οποία ωστόσο έχασαν τη ζωή τους 170 άνθρωποι.
Ανησυχητική άνοδος στα θύματα νεαρής και τρίτης ηλικίας
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τις ευάλωτες ηλικιακές ομάδες, με τον αριθμό των παιδιών κάτω των 15 ετών που έχασαν τη ζωή τους να αυξάνεται από 53 σε 74, ενώ περίπου 29.200 παιδιά τραυματίστηκαν, σημειώνοντας άνοδο 7,3%. Παράλληλα, οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών που έχασαν τη ζωή τους ανήλθαν σε 1.115 άτομα, αποτελώντας το 39% του συνόλου των θυμάτων των τροχαίων. Παρά την πρόσφατη αυτή αυξητική τάση, η μακροπρόθεσμη σύγκριση δείχνει σαφή βελτίωση, καθώς το 1995 οι νεκροί είχαν αγγίξει τους 9.500 και οι τραυματίες είχαν ξεπεράσει τις 500.000.