Ολλανδία – Σε μια στρατηγική αναδίπλωση που επαναπροσδιορίζει τον πυρήνα της εγχώριας αγοράς εργασίας προχωρούν οι επιχειρήσεις, αναζητώντας διέξοδο στο εντεινόμενο πρόβλημα της έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού μέσω της εκτεταμένης χρήσης τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικών συστημάτων.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα που έδωσε στη δημοσιότητα η Στατιστική Υπηρεσία (CBS), σχεδόν τα δύο τρίτα των εταιρειών αδυνατούν να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας με συμβατικές μεθόδους προσλήψεων, γεγονός που τις ωθεί σε σαρωτικές τεχνολογικές επενδύσεις. Η δυναμική αυτή αντικαθιστά σταδιακά την προηγούμενη τακτική των μισθολογικών αυξήσεων, διαμορφώνοντας ένα νέο επιχειρηματικό περιβάλλον όπου η αυτοματοποίηση δεν αποτελεί απλώς επιλογή αναβάθμισης, αλλά απόλυτη αναγκαιότητα επιβίωσης απέναντι στην υποστελέχωση.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το 64% των επιχειρήσεων καταγράφει σημαντικές δυσκολίες στην εξεύρεση προσωπικού.
- Το 30% του συνόλου των εταιρειών υιοθετεί λύσεις τεχνητής νοημοσύνης για την παραγωγή.
- Οι μεγάλες επιχειρήσεις πρωτοστατούν στην αυτοματοποίηση με ποσοστό 40%.
- Ο κλάδος της πληροφορικής παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αύξηση τεχνολογικών επενδύσεων.
Η στρατηγική στροφή από τις μισθολογικές παροχές στα ρομποτικά συστήματα
Η ανάλυση των στατιστικών ευρημάτων αποκαλύπτει μια θεαματική αλλαγή πλεύσης στον τρόπο με τον οποίο οι διοικήσεις των εταιρειών διαχειρίζονται την εργασιακή κρίση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ενώ κατά το παρελθόν η κυρίαρχη αντίδραση επικεντρωνόταν στην προσπάθεια προσέλκυσης υποψηφίων μέσω δελεαστικών πακέτων αποδοχών και βελτιωμένων εργασιακών συνθηκών, πλέον το 30% των επιχειρήσεων επιλέγει την ενίσχυση των υποδομών του με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και προηγμένα ρομποτικά συστήματα. Η έρευνα, η οποία διεξήχθη σε συνεργασία με το Εμπορικό Επιμελητήριο KVK και τους επιχειρηματικούς φορείς MKB-Nederland και VNO-NCW, καταδεικνύει ότι η αυτοματοποίηση αποτελεί την κύρια απάντηση για σχεδόν τις μισές από τις εταιρείες που μαστίζονται από την υποστελέχωση.
Αυτή η μετάβαση επιβεβαιώνει την αδυναμία της αγοράς να προσφέρει τον απαιτούμενο αριθμό εξειδικευμένων εργαζομένων, αναγκάζοντας τον επιχειρηματικό κόσμο να αναζητήσει τεχνολογικά υποκατάστατα για να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του. Περισσότερες από τα τρία τέταρτα των επιχειρήσεων δήλωσαν ρητά στις ελεγκτικές αρχές ότι λαμβάνουν άμεσα μέτρα για την ενίσχυση της παραγωγικότητάς τους, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στον εξορθολογισμό των εσωτερικών διαδικασιών μέσω της χρήσης ψηφιακών εργαλείων νέας γενιάς.
Το χάσμα μεταξύ μεγάλων ομίλων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Η ικανότητα προσαρμογής στα νέα τεχνολογικά δεδομένα διαφοροποιείται αισθητά ανάλογα με το μέγεθος της εκάστοτε εταιρείας, δημιουργώντας συνθήκες ταχυτήτων δύο επιπέδων στην εθνική οικονομία. Οι μεγάλοι εταιρικοί οργανισμοί ηγούνται αυτής της μετάβασης, με το 40% να έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή εκτεταμένα προγράμματα αυτοματοποίησης, αξιοποιώντας τα ισχυρά κεφαλαιακά τους αποθέματα για να θωρακίσουν τις γραμμές παραγωγής τους. Στον αντίποδα, μόλις το 20% των μικρών επιχειρήσεων διαθέτει τους οικονομικούς πόρους για παρόμοιες επενδύσεις, με τις περισσότερες να καταφεύγουν στην οδυνηρή λύση της ηθελημένης μείωσης του παραγόμενου έργου, προκειμένου να εναρμονιστούν με τις πραγματικές δυνατότητες του διαθέσιμου προσωπικού τους.
Είναι χαρακτηριστικό πως ο κλάδος της πληροφορικής και των επικοινωνιών καταγράφει την πιο επιθετική αύξηση στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, αγγίζοντας το 44%, παρουσιάζοντας μια ραγδαία άνοδο από το 29% της προηγούμενης περιόδου. Συνολικά, το 85% των μεγάλων επιχειρήσεων δηλώνει πως εφαρμόζει νέα ψηφιακά συστήματα με αποκλειστικό στόχο την κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας των ήδη υπαρχόντων υπαλλήλων τους, ενώ η μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αυτοματοποιημένη επέλαση παρατηρείται στους τομείς του πολιτισμού, του αθλητισμού και της αναψυχής, όπου η ανθρώπινη παρουσία θεωρείται προς το παρόν αναντικατάστατη.