Γερμανία – Στο επίκεντρο της πολιτικής και οικονομικής συζήτησης βρίσκονται οι πρόσφατες δηλώσεις του καγκελαρίου Friedrich Merz σχετικά με τις ώρες εργασίας.
Σε τηλεοπτική του συνέντευξη στο δίκτυο ZDF, υποστήριξε ότι οι εργαζόμενοι στην Ελβετία εργάζονται ετησίως 200 ώρες περισσότερο από τους Γερμανοί. Ωστόσο, ο έλεγχος των πραγματικών δεδομένων αποκαλύπτει μια διαφορετική και πιο σύνθετη εικόνα για την αγορά εργασίας των δύο χωρών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης στην Ελβετία φτάνουν τις 42,5 ώρες εβδομαδιαίως έναντι 38,4 στη Γερμανία.
- Συνυπολογίζοντας τη μερική απασχόληση, η πραγματική διαφορά μειώνεται σε μόλις 50 ώρες ετησίως.
- Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η αύξηση των ωρών δεν ταυτίζεται απαραίτητα με ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Η πραγματική εικόνα της απασχόλησης
Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, η αρχική σύγκριση αφορά αποκλειστικά τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης. Σε αυτή την κατηγορία, ο μέσος Ελβετός εργάζεται 42,5 ώρες την εβδομάδα, ενώ ο αντίστοιχος Γερμανός 38,4 ώρες. Αν και αυτό το δεδομένο επιβεβαιώνει μαθηματικά τη διαφορά των 200 ωρών σε ετήσια βάση, παραλείπει κρίσιμους παράγοντες της αγοράς εργασίας.
Όπως επισημαίνει η ανάλυση του ZDF, η ενσωμάτωση των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και η συνεκτίμηση της ηλικίας συνταξιοδότησης ανατρέπουν το αρχικό αφήγημα. Η Ελβετία καταγράφει υψηλότερα ποσοστά μερικής απασχόλησης, ενώ οι πολίτες της συνταξιοδοτούνται δύο χρόνια νωρίτερα. Με αυτά τα δεδομένα, ο μέσος όρος εργασίας διαμορφώνεται στις 35,2 ώρες για την Ελβετία και στις 34,3 ώρες για τη Γερμανία, μειώνοντας τη συνολική ετήσια απόκλιση κάτω από τις 50 ώρες.
Ο μύθος της αυξημένης παραγωγικότητας
Η συζήτηση για την εργασιακή κουλτούρα προσελκύει και το ενδιαφέρον της ακαδημαϊκής κοινότητας. Σε σχετική μελέτη τους, οι οικονομολόγοι Bettina Kohlrausch και Noémie Zurlinden καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα αυστηρά πρότυπα πλήρους απασχόλησης οδηγούν νομοτελειακά σε αύξηση των θέσεων μερικής απασχόλησης. Τονίζουν, μάλιστα, πως η απλή επιμήκυνση του ωραρίου δεν εγγυάται τη βελτίωση της εθνικής παραγωγικότητας.
Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τη γενικότερη ευρωπαϊκή εικόνα, όπου χώρες με τις περισσότερες ώρες εργασίας, όπως η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, δεν βρίσκονται στην κορυφή των οικονομικών επιδόσεων. Παράλληλα, έρευνα της ολλανδικής τράπεζας ING δείχνει ότι η υπερβολική αύξηση των ωρών μπορεί να προκαλέσει μείωση της ωριαίας απόδοσης.
Οι δομικές προκλήσεις της οικονομίας
Διεθνείς οργανισμοί όπως η OECD και η Παγκόσμια Τράπεζα υπογραμμίζουν ότι ο πραγματικός μοχλός ανάπτυξης είναι η παραγωγικότητα ανά ώρα και όχι ανά εργαζόμενο. Τα αίτια της τρέχουσας οικονομικής στασιμότητας στη Γερμανία εντοπίζονται σε ευρύτερα διαρθρωτικά προβλήματα. Η απουσία επενδύσεων, τα υψηλά κόστη ενέργειας και στέγασης, καθώς και η μειωμένη ζήτηση αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που καλείται να αντιμετωπίσει η σημερινή κυβέρνηση, ζητήματα τα οποία βρίσκονται ήδη στην ατζέντα του καγκελαρίου.