Γερμανία – Η μετάβαση της βιομηχανικής παραγωγής στην ψηφιακή εποχή έχει ξεπεράσει το στάδιο του πειραματισμού και ενσωματώνεται πλέον ενεργά στις καθημερινές διαδικασίες λειτουργίας. Μια νέα έρευνα της εταιρείας Cisco ρίχνει φως στις τρέχουσες τεχνολογικές εξελίξεις, αναδεικνύοντας ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελούν απλώς θεωρητικές έννοιες, αλλά πρακτικά εργαλεία που αξιολογούν, σκέφτονται και δρουν εντός των πραγματικών εγκαταστάσεων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ένας σημαντικός αριθμός εταιρειών έχει ήδη προχωρήσει στην εγκατάσταση τέτοιων συστημάτων, ωστόσο η πλήρης εξάπλωσή τους σκοντάφτει σε σοβαρές προκλήσεις, με την ασφάλεια των δεδομένων να αποτελεί τον κύριο ανασταλτικό παράγοντα για την περαιτέρω ανάπτυξη.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Τα δύο τρίτα των γερμανικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούν ήδη λύσεις τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή.
- Οι ψηφιακοί βοηθοί (73%) και η βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας (70%) αποτελούν τις δημοφιλέστερες εφαρμογές.
- Το 81% των εταιρειών σχεδιάζει σημαντική αύξηση των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες τα επόμενα χρόνια.
Οι δημοφιλέστερες εφαρμογές στην παραγωγή και τα εργοστάσια
Η έκθεση “State of Industrial AI Report” αποτυπώνει την ιεράρχηση των τεχνολογικών προτεραιοτήτων στον βιομηχανικό κλάδο. Στην κορυφή των προτιμήσεων βρίσκονται οι αυτοματοποιημένοι βοηθοί, ενώ ακολουθούν η βελτιστοποίηση της υλικοτεχνικής υποστήριξης και η αυτοματοποίηση των διαδικασιών, με ποσοστά που φτάνουν το 65%. Λιγότερο διαδεδομένες, αλλά εξίσου σημαντικές, παραμένουν οι λειτουργίες για τον αυτόματο έλεγχο ποιότητας, την ενεργειακή διαχείριση και την πρόβλεψη βλαβών στον μηχανολογικό εξοπλισμό, οι οποίες εφαρμόζονται σταδιακά στις γραμμές παραγωγής.
Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει μια ισχυρή δυναμική στη χώρα, καθώς το 20% των εγχώριων εταιρειών αναφέρει ήδη μια μεγάλης κλίμακας και ώριμη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κυμαίνεται στο 16%. Όπως επισημαίνει ο Christian Korff, υψηλόβαθμο στέλεχος της Cisco, παρατηρείται μια σαφής μετάβαση από το δοκιμαστικό επίπεδο στην πλήρη λειτουργική εφαρμογή, όπου τα συστήματα αυτά αναλαμβάνουν κρίσιμους ρόλους σε τομείς όπως οι μεταφορές, οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, η ρομποτική και η γενικότερη ασφάλεια των εγκαταστάσεων.
Τα εμπόδια που καθυστερούν την πλήρη ψηφιακή μετάβαση
Παρά την έντονη προθυμία για εκσυγχρονισμό, οι επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με ουσιαστικές δυσκολίες κατά την εφαρμογή αυτών των καινοτομιών. Το μεγαλύτερο αγκάθι, σύμφωνα με το 40% των ερωτηθέντων σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι η κυβερνοασφάλεια. Η εμφάνιση νέων και σύνθετων απειλών δημιουργεί ένα περιβάλλον ανασφάλειας, καθώς τα παραδοσιακά μέτρα προστασίας αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκή απέναντι στους εξελιγμένους ψηφιακούς κινδύνους.
Στη δεύτερη θέση των εμποδίων, με ποσοστό 36%, βρίσκεται η τεχνική δυσκολία ενοποίησης των νέων συστημάτων με τις ήδη υπάρχουσες, παλαιότερες υποδομές των εργοστασίων. Παράλληλα, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα για το 34% των οργανισμών, καθώς η αγορά εργασίας δεν διαθέτει επαρκή αριθμό τεχνικών ικανών να εγκαταστήσουν και να διαχειριστούν αποτελεσματικά αυτές τις προηγμένες τεχνολογικές λύσεις.
Πώς η τεχνολογία θωρακίζει τα συστήματα απέναντι σε απειλές
Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο των κυβερνοεπιθέσεων, οι διοικήσεις των εταιρειών στρέφονται στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη για την εξεύρεση λύσεων. Η συντριπτική πλειονότητα των γερμανικών επιχειρήσεων, αγγίζοντας το 98%, θεωρεί την προηγμένη ασφάλεια δικτύων ως τον απόλυτο ακρογωνιαίο λίθο για τη δημιουργία μιας λειτουργικής ψηφιακής υποδομής. Πιο συγκεκριμένα, το 78% εκτιμά ότι η ενσωμάτωση τέτοιων εργαλείων θα αναβαθμίσει σημαντικά την ικανότητα ανίχνευσης απειλών και την ανθεκτικότητα των λειτουργικών συστημάτων απέναντι σε εξωτερικές παρεμβάσεις.
Η επιτυχία αυτής της μετάβασης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των εσωτερικών τμημάτων να συνεργάζονται αρμονικά. Η έρευνα καταδεικνύει ότι στις περιπτώσεις όπου οι ομάδες πληροφορικής και οι διαχειριστές παραγωγής εργάζονται στενά μαζί, δημιουργείται ένα ασφαλέστερο και πιο αξιόπιστο περιβάλλον. Επί του παρόντος, το 62% των εταιρειών στη χώρα αναφέρει θετική συνεργασία μεταξύ αυτών των τμημάτων, ενώ ένα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού κατευθύνεται ήδη στην ενίσχυση αυτών των πρωτοβουλιών, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες απαιτήσεις σε συνδεσιμότητα και ισχύ των δικτύων.