Ελβετία – Το θερμότερο καλοκαίρι στα 162 χρόνια των επίσημων μετεωρολογικών μετρήσεων βίωσε η χώρα το 2026, καταρρίπτοντας το προηγούμενο απόλυτο ρεκόρ του 2003.
Η ακραία και παρατεταμένη ζέστη, σε συνδυασμό με την ιστορική ξηρασία, προκάλεσε σοβαρές επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή, την παραγωγή ενέργειας και τα φυσικά οικοσυστήματα, οδηγώντας τις αρχές στη λήψη έκτακτων μέτρων.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Μέση ημερήσια θερμοκρασία στους 17,2 βαθμούς Κελσίου, καταρρίπτοντας το ρεκόρ του 2003.
- Καταγραφή 39,7 βαθμών στο Basel-Binningen, η υψηλότερη φετινή τιμή.
- Έως και 59 ημέρες καύσωνα καταγράφηκαν στο κέντρο της Ζυρίχης.
Ιστορικά ρεκόρ θερμοκρασιών και ακραίες τιμές
Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία αποτυπώνουν την ένταση του φαινομένου, με τη μέση ημερήσια θερμοκρασία να σκαρφαλώνει στους 17,2 βαθμούς Κελσίου. Η συγκεκριμένη τιμή ξεπερνά κατά 0,3 βαθμούς το ιστορικό ρεκόρ του 2003, ενώ κινείται 3,4 βαθμούς πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου αναφοράς 1991-2020. Ενδεικτικό της ραγδαίας κλιματικής αλλαγής είναι το γεγονός ότι τα 9 από τα 10 θερμότερα καλοκαίρια στην ιστορία των μετρήσεων καταγράφηκαν μέσα στα τελευταία 12 χρόνια.
Ο υδράργυρος άγγιξε ακραίες τιμές σε πολλά σημεία της χώρας, αναγκάζοντας τους μετεωρολόγους να αναθεωρήσουν τα τοπικά ρεκόρ. Στο Basel-Binningen καταγράφηκαν 39,7 βαθμοί στα τέλη Ιουλίου, τιμή που έχει παρατηρηθεί μόνο άλλη μια φορά βόρεια των Άλπεων, το 2015 στη Γενεύη. Νέα ρεκόρ σημειώθηκαν επίσης στους σταθμούς του Aarau με 38,6 βαθμούς, του Kloten με 38,3 βαθμούς και του Scuol στο Unterengadin, όπου σε υψόμετρο 1.304 μέτρων η θερμοκρασία έφτασε τους 35,1 βαθμούς. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Meteo Schweiz, το απόλυτο εθνικό ρεκόρ των 41,5 βαθμών που διατηρεί το Grono από το 2003 δεν απειλήθηκε, καθώς η φετινή μέγιστη τιμή εκεί περιορίστηκε στους 36,6 βαθμούς.
Εκρηκτική άνοδος στις ημέρες καύσωνα
Ο αριθμός των ημερών με θερμοκρασίες που υπερέβησαν τους 30 βαθμούς εκτοξεύτηκε, καταγράφοντας τεράστιες αποκλίσεις ακόμη και εντός των ίδιων αστικών ιστών. Στο Basel-Binningen καταγράφηκαν 58 ημέρες καύσωνα, σημειώνοντας αύξηση 42% σε σχέση με το 2003. Ακολούθησε το Aarau με 57 ημέρες και η Λουκέρνη με 48, αποδεικνύοντας τη διάρκεια του θερμικού κύματος.
Η ένταση της ζέστης χτύπησε ιδιαίτερα τα αστικά κέντρα. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα στη Ζυρίχη, όπου στο προάστιο Zürich-Fluntern καταγράφηκαν 38 ημέρες καύσωνα, ενώ την ίδια στιγμή στο κέντρο της πόλης, κοντά στην Kaserne, οι ημέρες με θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών έφτασαν τις 59. Η παρατεταμένη δυσφορία οδήγησε τους κατοίκους σε μαζική αναζήτηση λύσεων δροσισμού, με τα δεδομένα της Google να δείχνουν διπλασιασμό των αναζητήσεων για εγκατάσταση κλιματιστικών σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους καύσωνα.
Ιστορική ξηρασία, γεωργία και επιπτώσεις στα οικοσυστήματα
Παράλληλα με τις ακραίες θερμοκρασίες, μεγάλο τμήμα της χώρας αντιμετώπισε τη χειρότερη ξηρασία από το 1901. Την περίοδο μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου έπεσε μόλις η μισή ποσότητα βροχής από τη συνήθη. Περιοχές όπως το Jura και το Mittelland επλήγησαν σφοδρότατα, ενώ στη Βασιλεία καταγράφηκαν μόλις τέσσερις ημέρες με αξιόλογες βροχοπτώσεις από τα μέσα Ιουνίου έως τα μέσα Αυγούστου. Μοναδικές εξαιρέσεις αποτέλεσαν το Wallis, το Südtessin και το Engadin που δεν αντιμετώπισαν ανάλογη λειψυδρία.
Οι συνέπειες υπήρξαν καταστροφικές για την εγχώρια οικονομία και τη βιοποικιλότητα, προκαλώντας την άμεση παρέμβαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Albert Rösti. Κτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν να καταναλώσουν πρόωρα τα αποθέματα σανού του χειμώνα ή να προχωρήσουν σε αναγκαστικές σφαγές, ενώ η πτώση της στάθμης του Ρήνου έπληξε τη ναυσιπλοΐα και υποχρέωσε πυρηνικά και υδροηλεκτρικά εργοστάσια να μειώσουν την παραγωγή ρεύματος. Σε επίπεδο καθημερινότητας, επιβλήθηκαν απαγορεύσεις στο πότισμα κήπων και στη ρίψη πυροτεχνημάτων τον Αύγουστο. Βαρύτατο ήταν το πλήγμα και για την άγρια πανίδα, με τις αλιευτικές ενώσεις να αναφέρουν εκατομμύρια νεκρά ψάρια λόγω των αποξηραμένων ή υπερθερμασμένων ρεμάτων, ενώ οι ειδικοί εκτιμούν ότι θα χρειαστούν μήνες για να ανακάμψει ο υδροφόρος ορίζοντας.