Γερμανία – Οι κορυφαίοι κατασκευαστές της εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας καλούνται να διαχειριστούν μια εξαιρετικά απαιτητική εκκίνηση για το νέο έτος, καταγράφοντας αισθητή συρρίκνωση στις παγκόσμιες παραδόσεις οχημάτων, την ώρα που ο σκληρός ανταγωνισμός και η υποτονική ζήτηση δοκιμάζουν τις αντοχές των εξαγωγών. Η εικόνα που διαμορφώνεται για εταιρείες-κολοσσούς όπως η BMW, ο όμιλος VW, η Audi και η Mercedes-Benz επιβεβαιώνει την έντονη εξάρτηση της ευρωπαϊκής παραγωγής από τις αγορές της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής, οι οποίες παρουσιάζουν σαφή σημάδια επιβράδυνσης. Αντίθετα, η τοπική αγορά αναδεικνύεται στο βασικό ανάχωμα που αποτρέπει μια βαθύτερη κρίση ρευστότητας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Διψήφια πτώση πωλήσεων στις ασιατικές αγορές για τους μεγάλους ομίλους.
- Αύξηση παραδόσεων στην Ευρώπη με ισχυρή δυναμική στη γερμανική επικράτεια.
- Σημαντικές απώλειες στον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων παρά τη ζήτηση.
Η δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων του πρώτου τριμήνου αποκαλύπτει μια κοινή συνισταμένη για τα διευθυντικά στελέχη στο Μόναχο, τη Στουτγάρδη και το Βόλφσμπουργκ, καθώς καλούνται να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους μπροστά στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει το διεθνές εμπόριο. Παρά τις διαφορετικές μεθοδολογίες υπολογισμού, η τάση μαρτυρά καθολική υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης. Ο συνολικός όγκος παραδόσεων για τον όμιλο VW έπεσε κατά 4% στα 2,05 εκατομμύρια οχήματα, ενώ η BMW, συνυπολογίζοντας την πορεία των θυγατρικών Mini και Rolls-Royce, έκλεισε στα 565.748 αυτοκίνητα παγκοσμίως, καταγράφοντας μείωση 3,5%. Αντίστοιχα, η Mercedes-Benz διέθεσε συνολικά 499.700 επιβατικά και ελαφρά επαγγελματικά οχήματα, υποχωρώντας κατά 6%. Τα γερμανικά εργοστάσια μπαίνουν σε φάση ανασύνταξης.
Ο ρόλος της Κίνας και των ΗΠΑ: Ποιοι χάνουν έδαφος στις παγκόσμιες αγορές
Η πηγή της ουσιαστικής αιμορραγίας για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές εντοπίζεται ξεκάθαρα στην Κίνα, εκεί όπου η τοπική παραγωγή φαίνεται να κερδίζει διαρκώς μερίδια εις βάρος των παραδοσιακών δυνάμεων. Σύμφωνα με τον γερμανικό τύπο, η Mercedes-Benz δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα, βλέποντας τις παραδόσεις επιβατικών οχημάτων να κατακρημνίζονται κατά 27% στα 111.600 αυτοκίνητα, εξέλιξη που επιβάρυνε ανεπανόρθωτα την καθαρή εικόνα των επιβατικών μοντέλων της που έκλεισε με πτώση 6% στα 419.400 οχήματα. Αντίστοιχη πίεση υπέστη και ο όμιλος VW, μειωμένος κατά 15% παραδίδοντας 548.700 οχήματα, ενώ η κυρίαρχη μάρκα VW έπεσε κατά 7,6% στο 1,05 εκατομμύριο παραδόσεις εξαιτίας ακριβώς αυτής της υψηλής έκθεσης στην Ασία. Την ίδια στιγμή, η BMW υποχώρησε στην κινεζική επικράτεια κατά 10% πέφτοντας στις 144.000 μονάδες.
Ακόμη πιο περίπλοκη είναι η κατάσταση στις ΗΠΑ, όπου η μακροπρόθεσμη εμπορική πολιτική και οι δασμοί που είχε επιβάλει στο παρελθόν ο Donald Trump συνεχίζουν να ασκούν έντονη επιρροή. Σε αυτό το περιβάλλον, η VW κατέγραψε βουτιά 20,5%, τραβώντας τις συνολικές παραδόσεις της Βόρειας Αμερικής κάτω κατά 13% στα 205.500 οχήματα, ενώ η BMW έχασε 4,3% κλείνοντας στα 90.000 αυτοκίνητα. Στον αντίποδα αυτής της τάσης, η Mercedes-Benz κατάφερε να κερδίσει σημαντικό έδαφος, αυξάνοντας τον όγκο της κατά 20% στην ίδια αμερικανική αγορά, φτάνοντας τα 81.100 επιβατικά. Τα δεδομένα αυτά στέλνουν ηχηρό μήνυμα στους μετόχους.
Ανατροπή στην ευρωπαϊκή αγορά: Πώς η Γερμανία συγκρατεί τις απώλειες
Την ίδια στιγμή που οι διηπειρωτικές πωλήσεις βυθίζονται, τα λογιστήρια των αυτοκινητοβιομηχανιών βρίσκουν μια αναπάντεχη και απολύτως απαραίτητη στήριξη εντός των ευρωπαϊκών συνόρων, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον δύο ταχυτήτων που λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας απέναντι στην απόλυτη οικονομική αποσταθεροποίηση. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της BMW, η οποία είδε την ευρωπαϊκή της αγορά να ενισχύεται κατά 3%, αγγίζοντας τα 236.000 οχήματα, με την αγορά της Γερμανίας να καταγράφει ένα εντυπωσιακό άλμα της τάξης του 10,7% και να απορροφά 68.000 μονάδες, παρά το γεγονός ότι η κεντρική της μάρκα υποχώρησε συνολικά κατά 4,6% στις 496.050 παραδόσεις, αφήνοντας την υπεραξία στη θυγατρική Mini που τη διέσωσε καταγράφοντας άνοδο 5,9% και 68.427 αυτοκίνητα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Mercedes-Benz, εξασφαλίζοντας μια αύξηση 7% στην Ευρώπη με 158.400 συνολικές παραδόσεις, εκ των οποίων τα 49.300 αυτοκίνητα ταξινομήθηκαν εντός γερμανικού εδάφους, μεταφράζοντας την ισχυρή τοπική ζήτηση σε μια άνοδο 9%. Παράλληλα, διατηρώντας τα πρωτεία στον όγκο παραγωγής, ο όμιλος VW κατάφερε να διανείμει σχεδόν 850.000 οχήματα στη Δυτική Ευρώπη, αυξάνοντας τις συνολικές του πωλήσεις κατά 4,2%, με την εγχώρια γερμανική αγορά να ενισχύεται κατά 4,8%, αποδεικνύοντας έμπρακτα πως η καταναλωτική βάση της ηπείρου διατηρείται εξαιρετικά ανθεκτική. Οι ευρωπαϊκοί δρόμοι προσφέρουν βαθιά ανάσα στις βιομηχανίες.
Το στοίχημα της ηλεκτροκίνησης: Οι καθυστερήσεις που ρίχνουν τις παραδόσεις
Πέρα από τις αμιγώς γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, ο τομέας που συγκεντρώνει τον εντονότερο προβληματισμό των οικονομικών αναλυτών αφορά την αισθητή υποχώρηση της ζήτησης για τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για την ταχύτητα υλοποίησης των μακροπρόθεσμων σχεδίων της ενεργειακής μετάβασης. Ειδικότερα η BMW, η οποία τα προηγούμενα έτη αποτελούσε κεντρικό σημείο αναφοράς για τη δυναμική διείσδυση στην ηλεκτροκίνηση, βρέθηκε να καταγράφει μια απότομη πτώση 20% στη συγκεκριμένη κατηγορία, υποχωρώντας στα 87.500 οχήματα, με τη συρρίκνωση να αποδίδεται κυρίως στην αναμονή του καταναλωτικού κοινού για το επερχόμενο λανσάρισμα της νέας τεχνολογικής πλατφόρμας «Neue Klasse».
Επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσει αυτή τη στασιμότητα, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Jochen Goller προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, υπογραμμίζοντας πως έχουν καταγραφεί “σαφώς περισσότερες από 50.000 παραγγελίες από την έναρξη των πωλήσεων στην Ευρώπη“. Παρόμοια έντονη πίεση δέχθηκε την ίδια περίοδο και η Porsche, βλέποντας τις συνολικές της παραδόσεις πολυτελών σπορ και οχημάτων ελευθέρου χρόνου να συρρικνώνονται δραματικά κατά 14,7% φτάνοντας τις 61.000 μονάδες, ενώ και η Audi σημείωσε απώλειες της τάξης του 6,1% στα 360.000 οχήματα. Παρά τη συνολική κάμψη, το μέλος του συμβουλίου Marco Schubert επισήμανε πως ενώ “η αγορά υποχώρησε συνολικά, ο όμιλος διατήρησε σε μεγάλο βαθμό σταθερό το παγκόσμιο μερίδιό του”. Ο δρόμος για την απόλυτη ανάκαμψη παραμένει μακρύς.