Βέλγιο – Η καθημερινή εναλλαγή μεταξύ γαλλικών, αγγλικών, ολλανδικών και άλλων γλωσσών αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των κατοίκων στις Βρυξέλλες.
Ωστόσο, πίσω από την εντυπωσιακή ευχέρεια της πολυγλωσσίας, οι επιστήμονες εντοπίζουν ένα σημαντικό νοητικό κόστος, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος καταβάλλει τεράστια προσπάθεια για να διαχειριστεί τον ανταγωνισμό των λέξεων και να αποφύγει τα λάθη.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι κάτοικοι στις Βρυξέλλες χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους συνολικά 104 διαφορετικές γλώσσες.
- Τα γαλλικά με 81% και τα αγγλικά με 46,9% κυριαρχούν στη βελγική πρωτεύουσα για το 2024.
- Η συνεχής νοητική καταστολή των ανενεργών γλωσσών προκαλεί αισθητή γνωστική κόπωση.
Ο ανταγωνισμός των λέξεων στον εγκέφαλο
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ινστιτούτου BRIO Brussel, η Περιφέρεια Βρυξελλών φιλοξενούσε περισσότερες από 180 εθνικότητες το 2024, αποτελώντας ένα τεράστιο μωσαϊκό πολιτισμών. Όπως εξήγησε σε συνέντευξή του στους The Brussels Times ο Mathieu Declerck, επικεφαλής ερευνητής στο Vrije Universiteit Brussels (VUB), όταν τα πολύγλωσσα άτομα μιλούν, ενεργοποιούν ταυτόχρονα λέξεις από όλες τις γλώσσες που γνωρίζουν. Για παράδειγμα, αν κάποιος θελήσει να πει τη λέξη σκύλος στα αγγλικά, ο εγκέφαλός του ανακαλεί αυτόματα και την αντίστοιχη ολλανδική λέξη, προκαλώντας μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση.
Νοητική προσπάθεια και καταστολή γλωσσών
Για να επιλυθεί αυτός ο ανταγωνισμός, ενεργοποιείται ένας εξειδικευμένος μηχανισμός γλωσσικού ελέγχου. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στα άτομα να επιλέγουν την κατάλληλη γλώσσα, καταστέλλοντας τις υπόλοιπες ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Η συγκεκριμένη καταστολή, εντούτοις, απαιτεί σημαντικούς γνωστικούς πόρους. Όταν ο εγκέφαλος προσπαθεί να αποκλείσει τις ακατάλληλες λέξεις, απομένει αισθητά λιγότερη νοητική ενέργεια για την παραγωγή του σωστού λόγου, γεγονός που οδηγεί σε κόπωση όσους μεταβαίνουν διαρκώς από τη μία γλώσσα στην άλλη κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Το κόστος επικοινωνίας και η γλωσσική εισβολή
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ζωής στο Βέλγιο είναι η ανάγκη χρήσης γλωσσών στις οποίες οι πολίτες δεν διαθέτουν την απόλυτη ευχέρεια. Σύμφωνα με τον ερευνητή του VUB, σε αυτές τις περιπτώσεις ο εγκέφαλος τείνει να μεταφράζει απευθείας από την κυρίαρχη γλώσσα του ατόμου, προκαλώντας αυτό που χαρακτηρίζεται ως γλωσσική εισβολή. Το φαινόμενο αυτό ευθύνεται για ακούσιες αναμείξεις γραμματικής, για σημασιολογικά λάθη όπου χρησιμοποιείται εντελώς διαφορετική λέξη από την επιθυμητή, καθώς και για εμφανείς παύσεις ή τραυλισμούς.
Συναισθηματική σύνδεση και μητρική γλώσσα
Οι ειδικοί επισημαίνουν, ωστόσο, ότι όταν η εναλλαγή γίνεται οικειοθελώς, όπως για παράδειγμα η προσθήκη μιας αγγλικής λέξης σε μια συζήτηση, το νοητικό κόστος είναι σαφώς μικρότερο. Παράλληλα, οι άνθρωποι διατηρούν μεγαλύτερη συναισθηματική σύνδεση με τη μητρική τους γλώσσα. Αυτό συμβαίνει διότι τα πρώτα ερεθίσματα κατακτώνται μέσα στο ζεστό οικογενειακό περιβάλλον, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες γλώσσες που συνήθως μαθαίνονται σε πιο τυπικά και κλινικά περιβάλλοντα, όπως οι αίθουσες των σχολείων.