Ελλάδα – Το σημαντικότερο γεγονός είναι η ανάθεση αποκλειστικά σε εγγεγραμμένους δικηγόρους της δωρεάν νομικής καθοδήγησης των αιτούντων άσυλο κατά το πρώτο διοικητικό στάδιο, σύμφωνα με νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση.
Η ρύθμιση καθορίζει βασική αμοιβή 160 ευρώ ανά συνεδρία, εισάγοντας παράλληλα ένα πρόσθετο οικονομικό κίνητρο 250 ευρώ εφόσον η νομική συνδρομή οδηγήσει στην ολοκλήρωση της εθελούσιας αναχώρησης των υπηκόων τρίτων χωρών, τροποποιώντας ριζικά τον τρόπο διαχείρισης των αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Καθορισμός βασικής αμοιβής 160 ευρώ για κάθε συνεδρία νομικής καθοδήγησης.
- Προβλέπεται πρόσθετο ποσό 250 ευρώ για την ολοκλήρωση εθελούσιας επιστροφής.
- Συγκρότηση ομαδικών συνεδριών ενημέρωσης για ομάδες έως 15 ατόμων.
Η λειτουργία του νέου μητρώου νομικής υποστήριξης
Η αναμόρφωση του συστήματος παροχής ενημέρωσης για τους αλλοδαπούς που αναζητούν διεθνή προστασία επισημοποιείται μέσω της σύμπραξης του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, του υπουργείου Δικαιοσύνης και του υπουργείου Μετανάστευσης. Διαμορφώνοντας ένα αυστηρότερα δομημένο πλαίσιο, η διαδικασία περνά πλέον αποκλειστικά στη δικαιοδοσία πιστοποιημένων νομικών παραστατών οι οποίοι εντάσσονται στο νεοσύστατο Μητρώο Δικηγόρων Νομικής Καθοδήγησης.
Το συγκεκριμένο μητρώο τελεί υπό την άμεση διαχείριση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, λαμβάνοντας παράλληλα την απαραίτητη εποπτεία από την Ολομέλεια των Προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της επικράτειας, διασφαλίζοντας έτσι τον πλήρη θεσμικό έλεγχο της παρεχόμενης ενημέρωσης κατά το πρώτο στάδιο της διοικητικής κρίσης των αιτημάτων.
Προϋποθέσεις καταβολής της πρόσθετης επιβράβευσης
Ορίζοντας ως βασική αποζημίωση τα 160 ευρώ πλέον ΦΠΑ για κάθε προγραμματισμένη συνάντηση, ανεξάρτητα από τη μορφή διεξαγωγής της, το νέο κανονιστικό πλαίσιο εισάγει μια εξειδικευμένη οικονομική παράμετρο για την ενίσχυση των επιστροφών.
Ενσωματώνοντας τις κατευθυντήριες γραμμές του αρμόδιου υπουργείου, θεσπίζεται επιπλέον αμοιβή 250 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον επιβλέποντα δικηγόρο στις περιπτώσεις που οι αιτούντες αποφασίζουν να υπαναχωρήσουν από τη διαδικασία.
Η καταβολή αυτού του ποσού ενεργοποιείται αυστηρά υπό την προϋπόθεση ότι το άτομο υπάγεται στη διαδικασία συνόρων χωρίς να διαθέτει ισχυρό προσφυγικό προφίλ και καταθέτει αίτημα εθελούσιας ή οικειοθελούς αναχώρησης εντός δύο μηνών από τη λήψη της καθοδήγησης.
Απαιτείται ωστόσο η πλήρης ολοκλήρωση της φυσικής αναχώρησης του ατόμου, διασφαλίζοντας ότι η αμοιβή συνδέεται με το οριστικό αποτέλεσμα της διοικητικής πράξης.
Το αυστηρό πλαίσιο της διαδικασίας ενημέρωσης
Αναλαμβάνοντας τον ρόλο του καθοδηγητή, ο νομικός εκπρόσωπος αναλύει τα στάδια της διοικητικής εξέτασης εστιάζοντας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων κατά την υποβολή της αίτησης.
Διευκρινίζοντας τα νομικά ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν, η ενημέρωση επεκτείνεται στους τρόπους προσβολής μιας ενδεχόμενης απορριπτικής απόφασης, διατηρώντας παράλληλα διακριτά όρια ως προς την έκταση της νομικής υποστήριξης.
Η διαδικασία περιορίζεται αυστηρά στην παροχή γενικών κατευθύνσεων χωρίς να καλύπτει την προετοιμασία για την ατομική συνέντευξη επί της ουσίας, τη σύνταξη υπομνημάτων ή την υπόδειξη εξειδικευμένων ενεργειών για την υποστήριξη της κάθε ξεχωριστής υπόθεσης.
Αξιολογώντας τα δεδομένα των χωρών προέλευσης με ποσοστό αναγνώρισης κάτω του 20%, η ενημέρωση καθίσταται ιδιαίτερα αυστηρή αναφορικά με τις ποινικές συνέπειες της παράνομης εισόδου, θέτοντας ως βασική εναλλακτική την ένταξη σε προγράμματα υποβοηθούμενης επιστροφής.
Οργάνωση συνεδριών και επαγγελματικά ασυμβίβαστα
Λειτουργώντας υπό συνθήκες πίεσης χρόνου, ο μηχανισμός προβλέπει την απάντηση της ολομέλειας εντός μίας εργάσιμης ημέρας από τη στιγμή που η αρμόδια αρχή καταχωρεί τα σχετικά αιτήματα, με τον μέγιστο χρόνο προετοιμασίας να μην υπερβαίνει τις δύο εργάσιμες ημέρες.
Δημιουργώντας ομάδες της ίδιας εθνικότητας, οι συναντήσεις περιλαμβάνουν συνήθως έως 15 άτομα, αριθμός που δύναται να ανέλθει στα 50 υπό καθεστώς αυξημένης πίεσης στις δομές φιλοξενίας.
Προστατεύοντας τον θεσμικό χαρακτήρα της διαδικασίας, η υπουργική απόφαση επιβάλλει απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο, απαγορεύοντας ρητά στους συμμετέχοντες δικηγόρους να αναλάβουν ιδιωτικά την εκπροσώπηση των ίδιων προσώπων στα επόμενα στάδια της δικαστικής εξέτασης, διασφαλίζοντας το απόρρητο των πληροφοριών που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των συνεδριών.