Βρυξέλλες – Μια εκτενής δέσμη προτάσεων που περιλαμβάνει περισσότερα από 250 μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης βρίσκεται πλέον στα χέρια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η οποία αναζητά εναλλακτικές διέξοδους για τη σταθεροποίηση της οικονομίας και την κάλυψη ενός τεράστιου ελλείμματος.
Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Προγραμματισμού (Federal Planning Bureau), λειτουργώντας ως ένας ανεξάρτητος και αντικειμενικός συμβουλευτικός φορέας, συνέλεξε εισηγήσεις από κορυφαία ερευνητικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της χώρας, προσφέροντας ένα ευρύ φάσμα επιλογών στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διαβουλεύσεων, καθώς ο πρωθυπουργός Bart De Wever επιδιώκει να εξοικονομήσει άμεσα το ποσό των 7 δισεκατομμυρίων ευρώ, με την κύρια λέξη-κλειδί των συζητήσεων να περιστρέφεται γύρω από τις επικείμενες φορολογικές και ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Προγραμματισμού κατέθεσε περισσότερες από 250 προτάσεις για τη μείωση του χρέους.
- Προτείνεται αύξηση του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ στο 22% ή 23% (από 21% που ισχύει σήμερα).
- Εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινού παγώματος της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών.
- Στο τραπέζι βρίσκεται η πρόταση για πώληση κρατικών μεριδίων σε επιχειρήσεις προκειμένου να αποπληρωθούν δάνεια.
- Η τελική συμφωνία για τον προϋπολογισμό πρέπει να επιτευχθεί ιδανικά πριν από την εθνική εορτή της 21ης Ιουλίου 2026.
Οι σαρωτικές αναδιαρθρώσεις στους συντελεστές του ΦΠΑ
Στην καρδιά των εισηγήσεων των οικονομικών αναλυτών βρίσκεται η ριζική αναθεώρηση του συστήματος της έμμεσης φορολογίας, με στόχο την άμεση τόνωση των δημόσιων εσόδων. Ανάμεσα στις προτάσεις ξεχωρίζει η εισήγηση για την αύξηση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στο 7% ή 8%, από το 6% που ισχύει σήμερα, καθώς και η άνοδος του κανονικού συντελεστή στο 22% ή 23%, έναντι του τρέχοντος 21%. Ως εναλλακτικό μοντέλο αναφέρεται το αντίστοιχο σύστημα της Ολλανδίας, η οποία εφαρμόζει συντελεστές 9% und 22%, γεγονός που σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς θα μπορούσε να ενισχύσει την περιφερειακή οικονομική συνεργασία. Η εφαρμογή αυτών των μέτρων αναμένεται να επιβαρύνει την τελική κατανάλωση, αποτελώντας πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ταυτόχρονα, οι εμπειρογνώμονες επαναφέρουν στο προσκήνιο το εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, η οποία συνδέει άμεσα τους μισθούς, τα επιδόματα και τις συντάξεις με τον πληθωρισμό. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν από τη μία πλευρά τη σκόπιμη παράκαμψη μιας προγραμματισμένης αύξησης, και από την άλλη την κατάργηση του πρόσφατα συμφωνηθέντος συστήματος, βάσει του οποίου αναπροσαρμόζονται μόνο τα πρώτα 4.000 ευρώ των μικτών μηνιαίων αποδοχών. Μια άλλη εναλλακτική συνδέει τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση με τον τρόπο υπολογισμού των ανατιμήσεων στα ορυκτά καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο και η βενζίνη. Αντίθετα, ορισμένοι αναλυτές επιμένουν ότι ο μηχανισμός πρέπει να διατηρηθεί ως ασπίδα προστασίας της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Η φορολόγηση του πλούτου και η πώληση των κρατικών μεριδίων
Στο πεδίο της άμεσης φορολογίας, η βάση δεδομένων του Planning Bureau περιλαμβάνει γνωστές συνταγές που στοχεύουν στα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα από επενδύσεις. Ειδικότερα, προτείνεται η εισαγωγή ενός διπλού φορολογικού συστήματος (dual income tax), όπου όλα τα έσοδα από περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων, των κεφαλαιακών κερδών και των ενοικίων, θα φορολογούνται με έναν σταθερό συντελεστή που μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 20% και 25%. Παράλληλα, πολλοί ειδικοί εισηγούνται την αναθεώρηση, την αναβολή ή ακόμα και την πλήρη ακύρωση των φορολογικών ελαφρύνσεων που είχε υποσχεθεί προεκλογικά η κυβερνητική συμμαχία, προκειμένου να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία.
Μια από τις πιο ριζοσπαστικές μακροπρόθεσμες προτάσεις αφορά τη μεταφορική «πώληση των κοσμημάτων του στέμματος», δηλαδή τη δραστική μείωση της συμμετοχής του κράτους σε μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμούς. Οι πολιτικοί συζητούν αυτό το ενδεχόμενο εδώ και καιρό, αλλά πλέον οι ειδικοί καταθέτουν συγκεκριμένα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων, με σκοπό τα έσοδα να κατευθυνθούν αποκλειστικά στην αποπληρωμή του διογκούμενου δημόσιου χρέους. Όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες, τονίζεται ότι κάθε νέα επένδυση στον στρατιωτικό τομέα θα πρέπει να συνδέεται αυστηρά με την οικονομική απόδοση και τα οφέλη για την εγχώρια βιομηχανία.
Οι περιορισμοί στις συντάξεις και τις δαπάνες υγείας
Το περιθώριο ελιγμών στους τομείς της ανεργίας και των ασφαλιστικών ταμείων εμφανίζεται ιδιαίτερα περιορισμένο, κυρίως λόγω της πρόσφατης συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης που εγκρίθηκε στη χώρα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, η συγκεκριμένη παρέμβαση αναμένεται να συγκρατήσει την αύξηση του κόστους των συντάξεων λόγω της γήρανσης του πληθυσμού κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ για το διάστημα μεταξύ 2024 και 2070. Αυτός είναι και ο λόγος που υποβλήθηκαν ελάχιστες νέες προτάσεις σε αυτό το πεδίο, με κάποιες από αυτές να εστιάζουν στην επιβολή ανώτατου ορίου στις υψηλές συντάξεις και στην αναλογιστική ουδετερότητα ως προς την επιλογή της ηλικίας συνταξιοδότησης. Μια πιο φιλόδοξη πρόταση προκρίνει τη σταδιακή μετάβαση από το ισχύον αναδιανεμητικό σύστημα σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης.
Στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, οι ειδικοί εισηγούνται την επιβολή πρόσθετου ορίου στον ρυθμό αύξησης των δαπανών καθώς και την αύξηση της θεσμοθετημένης συμμετοχής των ασθενών στο κόστος των φαρμάκων και των εξετάσεων. Για τις κρατικές επιδοτήσεις, προτείνεται μια οριζόντια περικοπή της τάξεως του 10% σε όλους τους κλάδους. Επιπλέον, διατυπώνονται επανειλημμένα αιτήματα προς τις περιφερειακές και κοινοτικές κυβερνήσεις να συνεισφέρουν το μερίδιο που τους αναλογεί στα κρατικά ταμεία, κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της αναθεώρησης του νόμου περί χρηματοδότησης των περιφερειών.
Το πολιτικό παρασκήνιο και τα στενά χρονικά περιθώρια
Οι προτάσεις που συγκέντρωσε το Ομοσπονδιακό Γραφείο Προγραμματισμού έγιναν δεκτές με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα και μάλλον «ψυχρά» από τα μέλη της κυβέρνησης, καθώς η υιοθέτησή τους απαιτεί δύσκολους πολιτικούς συμβιβασμούς μεταξύ των κομμάτων της πλειοψηφίας. Δεδομένων των προγενέστερων καθυστερήσεων τόσο για την επίτευξη συμφωνίας σχηματισμού συνασπισμού όσο και για την εξεύρεση κοινής γραμμής για τον προϋπολογισμό, η διαδικασία διαβούλευσης αναμένεται να είναι επίπονη και γεμάτη εμπόδια. Οι ισορροπίες είναι λεπτές, καθώς κάθε κόμμα προτάσσει τη δική του ιδεολογική ατζέντα.
Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Προγραμματισμού κατέστησε σαφές ότι η λήψη αποφάσεων πρέπει να δρομολογηθεί το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να αποφευχθεί ο εκτροχιασμός των οικονομικών μεγεθών. Εάν δεν υπάρξει κάποια ουσιαστική πολιτική ανατροπή ή συμφωνία πριν από τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 21ης Ιουλίου, η όλη διαδικασία είναι εξαιρετικά πιθανό να μεταφερθεί βαθιά μέσα στο καλοκαίρι, παρατείνοντας την αβεβαιότητα στην αγορά. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αποδείξει την ετοιμότητά της.