Γερμανία – Αντιμέτωπο με μια δραματική δημοσιονομική τρύπα που αγγίζει τα 22,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την επόμενη διετία, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Υγείας (Bundesgesundheitsministerium) προωθεί ένα εκτενές σχέδιο αναδιάρθρωσης της ασφάλισης περίθαλψης, επιχειρώντας να ισοσκελίσει τα οικονομικά βάρη μέσω αυξημένων εισφορών και στοχευμένων περικοπών. Η νομοθετική πρωτοβουλία της Nina Warken εστιάζει στην επιπλέον φορολογική επιβάρυνση των υψηλόμισθων πολιτών και στην καθυστέρηση καταβολής των επιδοτήσεων για τις δαπάνες των οίκων ευγηρίας, επαναπροσδιορίζοντας παράλληλα τα κριτήρια αξιολόγησης για την ένταξη στους βαθμούς φροντίδας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Αύξηση του συντελεστή εισφορών για τους άτεκνους στο 0,7%.
- Εξοικονόμηση 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ από την καθυστέρηση των επιδοτήσεων.
- Κατάργηση της δωρεάν συνασφάλισης των συζύγων από το έτος 2028.
- Επιβολή ασφαλιστικών κρατήσεων περίθαλψης για τους εργαζόμενους με Minijob.
Η οικονομική στρατηγική για την κάλυψη του ελλείμματος
Η βασική αρχιτεκτονική του σχεδίου βασίζεται στην άντληση επιπρόσθετων πόρων από τους πολίτες με υψηλότερα εισοδήματα, εφαρμόζοντας μια έκτακτη αναπροσαρμογή του ανώτατου ορίου υπολογισμού των εισφορών στα πρότυπα που ήδη ισχύουν για την υγειονομική περίθαλψη. Η κίνηση αυτή προβλέπεται να αποφέρει άμεσα στα δημόσια ταμεία περίπου 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ κατά το πρώτο έτος εφαρμογής, ενώ τα δύο επόμενα χρόνια οι εισπράξεις αναμένεται να αγγίξουν τα 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ταυτόχρονα, τα άτομα που δεν έχουν αποκτήσει παιδιά θα κληθούν να καταβάλουν αυξημένο τίμημα, καθώς το αντίστοιχο ασφάλιστρο ανεβαίνει κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες. Οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις θεωρούνται επιβεβλημένες από τον κυβερνητικό μηχανισμό, προκειμένου να αποτραπεί η κατάρρευση του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Εντός των κλειστών θυρών, η ηγεσία του υπουργείου επιχειρεί να κατανείμει το οικονομικό βάρος με τρόπο που να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των ταμείων, χωρίς ωστόσο να αποφεύγονται οι έντονες αντιδράσεις από τις εμπλεκόμενες κοινωνικές ομάδες. Η απόφαση κρίνεται οριστική.
Περικοπές στις παροχές και καθυστερήσεις στις επιδοτήσεις
Το βάρος της εξυγίανσης μετατοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στους ίδιους τους ασφαλισμένους που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα, καθώς το νομοσχέδιο περιγράφει ρητά την επιμήκυνση του χρόνου αναμονής για την αύξηση των κρατικών επιδοτήσεων απέναντι στα έξοδα των οίκων ευγηρίας. Η μετακύλιση αυτής της υποχρέωσης κατά έξι μήνες υπολογίζεται ότι θα προσφέρει μια ανάσα 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό. Επιπρόσθετα, το υπουργείο σχεδιάζει μια αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών εισφορών που καταβάλλονται στους συγγενείς οι οποίοι αναλαμβάνουν την κατ’ οίκον φροντίδα, μειώνοντας τις αποδόσεις και εξασφαλίζοντας έτσι επιπλέον 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Όσον αφορά τα κονδύλια ελάφρυνσης, οι πολίτες που κατατάσσονται στον πρώτο βαθμό περίθαλψης χάνουν πλήρως το σχετικό επίδομα, ενώ εκείνοι που ανήκουν στη δεύτερη και τρίτη βαθμίδα θα λαμβάνουν μόνο ένα ποσοστό της παροχής κατά τους πρώτους μήνες της ένταξής τους. Το μέτρο αυτό συνιστά μια από τις πιο δραστικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών.
Οι ανατροπές στα κριτήρια αξιολόγησης και τη συνασφάλιση
Πέρα από τις άμεσες νομισματικές περικοπές, η διοικητική δομή του συστήματος υφίσταται ριζικό μετασχηματισμό, ξεκινώντας από την αυστηροποίηση της διαδικασίας μέσω της οποίας οι αρμόδιες επιτροπές πιστοποιούν την ανάγκη περίθαλψης. Δίνοντας προτεραιότητα στις προληπτικές θεραπείες και την αποκατάσταση, ο κρατικός μηχανισμός επιδιώκει να ανακόψει τον ρυθμό αύξησης των δικαιούχων, προσδοκώντας μια μείωση των δαπανών κατά 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2028, η οποία θα ξεπεράσει τα τέσσερα δισεκατομμύρια στα τέλη της δεκαετίας. Την ίδια στιγμή, καθιερώνεται η υποχρεωτική καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για τους εργαζόμενους σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, διευρύνοντας με αυτόν τον τρόπο τη βάση των εσόδων κατά 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Παράλληλα, ο προγραμματισμός περιλαμβάνει τον περιορισμό της δωρεάν κάλυψης για τους συζύγους των ασφαλισμένων, μια κίνηση που πρόκειται να εφαρμοστεί σταδιακά. Οι αλλαγές αυτές δημιουργούν νέα δεδομένα.
Διαφωνίες στους κόλπους της πολιτικής σκηνής
Η προώθηση αυτού του νομοθετικού πακέτου έχει πυροδοτήσει σφοδρές τριβές ανάμεσα στους πολιτικούς σχηματισμούς, με τα στελέχη των κυβερνητικών εταίρων να εκφράζουν ανοιχτά τις επιφυλάξεις τους για τη στόχευση των μέτρων. Ο Tim Klüssendorf, λειτουργώντας ως εκπρόσωπος της σοσιαλδημοκρατικής παράταξης SPD, απέρριψε κατηγορηματικά τις προτάσεις που κατατέθηκαν από στελέχη της αντιπολίτευσης, όπως ο Albert Stegemann, για την αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας και της ιδιοκατοίκησης προκειμένου να καλυφθούν τα κενά χρηματοδότησης. Όπως μεταδόθηκε από τα γερμανικά μέσα, εκπρόσωποι του κυβερνητικού συνασπισμού ξεκαθάρισαν ότι η άντληση πόρων από τις αποταμιεύσεις των πολιτών που έχουν εργαστεί ολόκληρη τη ζωή τους δεν αποτελεί βιώσιμη στρατηγική επιλογή. Στον αντίποδα, ασκήθηκε δριμεία κριτική για την απροθυμία των συντηρητικών δυνάμεων να συζητήσουν μια αναθεώρηση του φορολογικού πλαισίου στις κληρονομιές, η οποία θα μπορούσε να διασφαλίσει μια πιο ισορροπημένη κατανομή των βαρών. Η διαπραγμάτευση παραμένει σκληρή.
Η στάση των παρόχων υγείας και των ασφαλιστικών ταμείων
Οι εκπρόσωποι του κλάδου της υγείας δεν έμειναν αμέτοχοι στις εξελίξεις, ασκώντας έντονη κριτική στον πυρήνα των κυβερνητικών αποφάσεων. Ο επικεφαλής του συνδέσμου των εργοδοτών στον τομέα της φροντίδας, Thomas Greiner, υπογράμμισε μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις του ότι η προσήλωση στην πρόληψη δεν αντιμετωπίζει το άμεσο και πιεστικό πρόβλημα της έλλειψης διαθέσιμων κλινών και εξειδικευμένου προσωπικού, τονίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία στις επενδύσεις των μονάδων φροντίδας. Από την άλλη πλευρά, οι διοικήσεις των ασφαλιστικών ταμείων υπεραμύνθηκαν της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής. Ο διευθύνων σύμβουλος μεγάλου ασφαλιστικού φορέα, Christoph Straub, υποστήριξε ότι τα ομόσπονδα κρατίδια αγνοούν το μέγεθος του προβλήματος, επισημαίνοντας τις χρόνιες καθυστερήσεις τους όσον αφορά τη χρηματοδότηση των νοσοκομειακών υποδομών. Οι ισορροπίες στο εσωτερικό του συστήματος υγείας δοκιμάζονται καθημερινά.