Βέλγιο – Το Βέλγιο κατατάσσεται στην όγδοη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το κόστος των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των νοικοκυριών, καθώς οι εγχώριες τιμές διαμορφώνονται σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ξεπερνώντας μάλιστα ισχυρές οικονομίες της κεντρικής Ευρώπης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών στο Βέλγιο βρίσκονται 18,1% πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Σε σύγκριση με 36 ευρωπαϊκά κράτη, η χώρα καταλαμβάνει την 11η θέση, ξεπερνώντας γειτονικές αγορές όπως η Γερμανία και η Γαλλία.
- Η Γερμανία καταγράφει τιμές 9,1% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ στη Γαλλία η απόκλιση περιορίζεται στο 6,4%.
Η θέση του Βελγίου στην ευρωπαϊκή κατάταξη τιμών
Όπως μεταδίδει ο ευρωπαϊκός τύπος με βάση τον δείκτη τιμών Actual Individual Consumption (AIC) της Eurostat, το κόστος για ένα τυπικό καλάθι προϊόντων και υπηρεσιών που στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοστίζει κατά μέσο όρο 100 ευρώ, στο Βέλγιο αγγίζει τα 118,10 ευρώ. Η συγκεκριμένη στατιστική μελέτη περιλαμβάνει την αξιολόγηση περισσότερων από 2.000 καταναλωτικών αγαθών, ενώ συνυπολογίζει και υπηρεσίες που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εικόνα για το επίπεδο των τιμών.
Στο πλαίσιο των κρατών-μελών της Ένωσης, η χώρα βρίσκεται πίσω από το Λουξεμβούργο, τη Δανία και την Ιρλανδία, αλλά διατηρεί υψηλότερα επίπεδα τιμών από σημαντικούς εταίρους. Στην Ολλανδία, το ίδιο καλάθι αγαθών διαμορφώνεται ελαφρώς υψηλότερα, στα 120,40 ευρώ, ενώ στον αντίποδα, οι καταναλωτές στην Ισπανία απολαμβάνουν χαμηλότερο κόστος, με τις τιμές να βρίσκονται 8,9% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το Λουξεμβούργο παραμένει η ακριβότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις τιμές να είναι περίπου 2,5 φορές υψηλότερες σε σχέση με τη Ρουμανία, η οποία αναδεικνύεται ως η πιο φθηνή αγορά του μπλοκ.
Οι οικονομικοί παράγοντες που διαμορφώνουν το κόστος ζωής
Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι οι απόλυτοι αριθμοί των τιμών δεν αποτυπώνουν ολόκληρη την αλήθεια για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Ο καθηγητής Robert Inklaar από το University of Groningen επεσήμανε ότι εκείνο που έχει πραγματική σημασία για την αγοραστική δύναμη είναι το τι μπορεί να αγοράσει ο τοπικός μισθός στην εγχώρια αγορά και όχι απλώς η αναγραφόμενη τιμή στα προϊόντα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το κόστος εργασίας επηρεάζει καθοριστικά τις τελικές τιμές, ιδιαίτερα σε κλάδους υπηρεσιών όπως η εστίαση, η φύλαξη παιδιών, τα ενοίκια και η υγειονομική περίθαλψη.
Παράλληλα, οι δαπάνες αυτές μετακυλίονται και στα φυσικά αγαθά μέσω του κόστους μεταφοράς, των αμοιβών του προσωπικού λιανικής και των εμπορικών μισθωμάτων των καταστημάτων. Από την πλευρά του, ο συνταξιούχος καθηγητής Rainer Maurer από το Pforzheim University υπογράμμισε ότι οι πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης παρουσιάζουν γενικά τα υψηλότερα επίπεδα τιμών, επιβεβαιώνοντας τη στενή συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) και τις καταναλωτικές τιμές. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες της Eurostat αποτυπώνουν αποκλειστικά τα επίπεδα των τιμών και δεν λαμβάνουν υπόψη τα εισοδήματα των νοικοκυριών.