Βέλγιο – Το 75,5% των ανέργων και το 83,2% των ήδη εργαζομένων στο Βέλγιο θεωρούν σημαντική ή πολύ σημαντική την αναγραφή της μισθολογικής κλίμακας στις αγγελίες εργασίας, ωστόσο η πλειονότητα των επιχειρήσεων εξακολουθεί να την αποσιωπά.
Τα στοιχεία της ετήσιας έρευνας των εταιρειών Acerta και Stepstone αναδεικνύουν το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των υποψηφίων και την τακτική των εργοδοτών, ενόψει της ενσωμάτωσης της νέας Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τη μισθολογική διαφάνεια.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το 56,2% των εργοδοτών στο Βέλγιο δεν αναγράφει σήμερα τις αμοιβές στις αγγελίες προσλήψεων.
- Περισσότεροι από ένας στους πέντε ανέργους δεν υποβάλλουν αίτηση αν δεν καθορίζεται ο μισθός.
- Το 31,8% των υποψηφίων ερωτάται ακόμη στις συνεντεύξεις για τις προηγούμενες αποδοχές του, πρακτική που καταργείται.
Το δίλημμα των εργοδοτών και ο κίνδυνος απώλειας ταλέντων
Η απουσία ξεκάθαρων όρων αμοιβής λειτουργεί αποτρεπτικά για μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού. Η Liesbet Werbrouck, εμπειρογνώμονας ανθρωπίνου δυναμικού στην Acerta, επισημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους πέντε ανέργους αρνούνται να διεκδικήσουν μια θέση εργασίας όταν δεν αναφέρεται ο μισθός ή οι όροι απασχόλησης. Το στοιχείο αυτό αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ της δημοσιοποίησης των αμοιβών από τα πρώτα στάδια της αναζήτησης.
Από την άλλη πλευρά, η έρευνα καταγράφει και τον προβληματισμό των επιχειρήσεων. Σε περίπτωση που η δημοσιοποιημένη μισθολογική κλίμακα κριθεί μη ελκυστική, το 36,9% των υποψηφίων επιλέγει να μην υποβάλει βιογραφικό. Σήμερα, μόλις το 43,8% των εργοδοτών στη χώρα προχωρά σε οικειοθελή αναγραφή των αποδοχών στις αγγελίες, με την Acerta να τονίζει ότι η διαφάνεια ενισχύει την αξιοπιστία και τη φήμη της εταιρείας στην αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Οδηγία και η εξάμηνη παράταση στο Βέλγιο
Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για τη μισθολογική διαφάνεια επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 7 Ιουνίου, ωστόσο η βελγική κυβέρνηση ζήτησε εξάμηνη παράταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο υπουργός Εργασίας David Clarinval και ο υπουργός Ίσων Ευκαιριών Rob Beenders απέστειλαν επιστολή στις αρχές Ιουνίου, εξηγώντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε συμφωνία για την εφαρμογή του μέτρου. Οι εργοδοτικές οργανώσεις και τα συνδικάτα κατέθεσαν 30 αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία εστιάζουν στην προστασία δεδομένων (GDPR), στον πρόσθετο διοικητικό φόρτο και στην αναδρομική ισχύ των ρυθμίσεων.
Με την ενσωμάτωση της Οδηγίας, οι εργοδότες υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες για τον αρχικό μισθό ή το εύρος αμοιβών πριν από τη συνέντευξη ή τις διαπραγματεύσεις, χωρίς να απαιτείται η αναγραφή τους απευθείας στην αγγελία. Παράλληλα, καταργείται οριστικά το δικαίωμα της επιχείρησης να ρωτά τον υποψήφιο για τις αποδοχές του στην προηγούμενη εργασία, πρακτική που σήμερα αντιμετωπίζει το 31,8% των αιτούντων.
Προστασία ιδιωτικότητας και οριοθέτηση του μισθολογικού χάσματος
Η εφαρμογή των νέων κανόνων δεν συνεπάγεται τη δημόσια έκθεση των ατομικών μισθών. Η διαφάνεια εφαρμόζεται σε ομαδικό επίπεδο, με τον υπολογισμό του μέσου όρου αποδοχών για εργαζομένους σε παρόμοιες θέσεις, προσαρμοσμένου σε μεταβλητές όπως η ηλικία. Οι εργαζόμενοι αποκτούν το δικαίωμα να ζητούν ενημέρωση για τον μέσο μισθό των συναδέλφων τους και για τα αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζουν τις αμοιβές.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί μισθολογική διαφορά μεγαλύτερη του 5% χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση, όπως η απόδοση, η προϋπηρεσία ή η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στην αγορά, ο εργοδότης υποχρεούται να διορθώσει άμεσα την απόκλιση. Τα θύματα διακρίσεων δικαιούνται πλήρη αποζημίωση για τις χαμένες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων μπόνους, προαγωγών, εκπαιδεύσεων, αλλά και κάλυψη για ηθική βλάβη και νομικά έξοδα.
Το αίσθημα αδικίας και η διάσταση φύλου στις αμοιβές
Η ανάγκη για ρυθμιστική παρέμβαση ενισχύεται από τα στοιχεία του περασμένου Φεβρουαρίου, τα οποία έδειξαν ότι σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι στο Βέλγιο αισθάνονται ότι δεν αμείβονται δίκαια σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους, ποσοστό αυξημένο κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2025.
Η μελέτη αποτυπώνει αισθητή διαφοροποίηση στην αντίληψη της μισθολογικής δικαιοσύνης ανάμεσα στα δύο φύλα. Ενώ οι άνδρες τείνουν να θεωρούν τις αποδοχές τους δίκαιες, οι γυναίκες εκφράζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αρνητική ή ουδέτερη στάση απέναντι στην αμοιβή τους, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία των νέων μέτρων για την εξάλειψη των ανισοτήτων στον χώρο εργασίας.