Ελβετία – Σοβαρές οικονομικές παρατυπίες που επιβαρύνουν δραματικά τα ασφαλιστικά ταμεία και τους πολίτες εντόπισε η Ομοσπονδιακή Ελεγκτική Υπηρεσία της χώρας στον τομέα της υγείας.
Ιατρεία, νοσοκομεία και φαρμακεία φέρονται να παρακρατούν παράτυπα εκατοντάδες εκατομμύρια φράγκα από εκπτώσεις φαρμάκων, παραβιάζοντας την υποχρέωσή τους να μετακυλίουν το οικονομικό όφελος στους ασφαλισμένους.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι πάροχοι υγείας έλαβαν εκπτώσεις ύψους 743 εκατομμυρίων φράγκων το 2024.
- Από το συνολικό ποσό, μόλις 88 εκατομμύρια φράγκα αποδόθηκαν νομίμως στα ασφαλιστικά ταμεία.
- Η συνολική αγορά φαρμάκων στην Ελβετία κοστίζει περίπου 9,6 δισεκατομμύρια φράγκα ετησίως.
Οικονομικές διαρροές και παρακράτηση εκατομμυρίων
Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση της Eidgenössische Finanzkontrolle (EFK), οι πάροχοι υπηρεσιών υγείας εξασφαλίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη κατά την αγορά φαρμακευτικών σκευασμάτων. Μόνο το 2024, η αξία αυτών των εκπτώσεων εκτιμάται στα 743 εκατομμύρια φράγκα, ποσό που αντιστοιχεί στο 8% του συνολικού κύκλου εργασιών της φαρμακευτικής αγοράς. Βάσει της ισχύουσας ελβετικής νομοθεσίας, τα συγκεκριμένα ποσά οφείλουν να επιστρέφονται στα ασφαλιστικά ταμεία προκειμένου να μειώνεται το τελικό κόστος για τον πολίτη.
Η ελεγκτική αρχή διαπιστώνει ωστόσο μια τεράστια απόκλιση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Περίπου το ήμισυ των συνολικών εκπτώσεων εκτιμάται ότι παρακρατήθηκε με αδιαφανείς ή αδικαιολόγητες διαδικασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις 88 εκατομμύρια φράγκα καταγράφηκαν ως επίσημες επιστροφές προς τα ταμεία, αναδεικνύοντας ένα συστημικό πρόβλημα στη διαχείριση των πόρων της υγείας.
Ο ρόλος του Ομοσπονδιακού Γραφείου Δημόσιας Υγείας
Η ευθύνη για την τήρηση της νομιμότητας βαρύνει το Ομοσπονδιακό Γραφείο Δημόσιας Υγείας (Bundesamt für Gesundheit – BAG), το οποίο ελέγχει τις σχετικές ροές από το 2020. Η έκθεση καταλογίζει σοβαρές ανεπάρκειες στον ελεγκτικό μηχανισμό, υπογραμμίζοντας ότι οι υπάρχουσες διαδικασίες είναι πρακτικά αναποτελεσματικές. Οι εκπρόσωποι του BAG απέδωσαν τις καθυστερήσεις στις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας και στις ευρείες περικοπές προσωπικού, επιβεβαιώνοντας πως μέχρι σήμερα δεν έχουν επιβληθεί ποινικές κυρώσεις, παρότι εκκρεμούν σχετικές έρευνες.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι οι κρατικοί έλεγχοι περιορίζονται αποκλειστικά σε ιατρεία και νοσοκομεία που έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες, βάσει των οποίων επιτρέπεται να διατηρούν έως και το 49% των εκπτώσεων με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των θεραπειών. Αντίθετα, τα φαρμακεία και οι πάροχοι που λειτουργούν εκτός αυτών των συμφωνιών μένουν πρακτικά στο απυρόβλητο, μια πρακτική που η ελεγκτική αρχή χαρακτηρίζει ως εντελώς λανθασμένο μήνυμα προς την αγορά.
Το νομικό κενό με τους χονδρεμπόρους φαρμάκων
Σημαντικό νομικό κενό εντοπίζεται στη λειτουργία των χονδρεμπόρων, οι οποίοι δρουν ως ενδιάμεσοι κρίκοι στην αλυσίδα τροφοδοσίας. Η ισχύουσα νομοθεσία δεν τους υποχρεώνει να αποκαλύπτουν τις εκπτώσεις που εξασφαλίζουν απευθείας από τις φαρμακοβιομηχανίες. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται καμία υποχρέωση μεταβίβασης αυτού του οικονομικού οφέλους στα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς οι κανόνες διαφάνειας περιορίζονται αυστηρά μόνο στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ χονδρεμπόρων και ιατρικών παρόχων.
Η διαμάχη για τις εκπτώσεις Skonto
Ευθεία ρήξη καταγράφεται σχετικά με τις εκπτώσεις άμεσης εξόφλησης (Skonto) και τις ειδικές τιμολογήσεις για μαζικές ή διαδικτυακές παραγγελίες. Οι εταιρείες παρασκευής και οι πάροχοι υγείας υποστηρίζουν ότι πρόκειται για θεμιτές εμπορικές ανταλλαγές που δεν εμπίπτουν στον νόμο περί υποχρεωτικής επιστροφής κεφαλαίων. Ωστόσο, η EFK απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την ερμηνεία, ξεκαθαρίζοντας ότι εκπτώσεις της τάξης του 1% έως 2% θεωρούνται απολύτως ουσιώδεις και τα ποσά αυτά πρέπει να επιστρέφουν στους λογαριασμούς των ασφαλισμένων.
Κυβερνητική παρέμβαση και αντιδράσεις καταναλωτών
Οι συστάσεις της ελεγκτικής αρχής συνάντησαν αρχικά την άρνηση του υπουργείου, το οποίο επικαλέστηκε νομικά κωλύματα. Χρειάστηκε η άμεση παρέμβαση της Ομοσπονδιακής Υπουργού Υγείας, Elisabeth Baume-Schneider, η οποία, συνεκτιμώντας τον τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο, δεσμεύτηκε προσωπικά για την πλήρη εφαρμογή των αυστηρότερων μέτρων και την ενίσχυση της διαφάνειας σε όλο το φάσμα της αγοράς.
Την ίδια ώρα, το Ίδρυμα Προστασίας Καταναλωτών (Stiftung für Konsumentenschutz) απαιτεί την πλήρη κατάργηση του συστήματος των παρασκηνιακών εκπτώσεων. Ο οργανισμός ζητά να θεσπιστούν εξ αρχής χαμηλότερες και διαφανείς τιμές για όλα τα φαρμακευτικά σκευάσματα. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του, μια τέτοια μεταρρύθμιση θα ελαφρύνει το συνολικό κόστος για την ελβετική υγεία, το οποίο άγγιξε το ιλιγγιώδες ποσό των 97,2 δισεκατομμυρίων φράγκων για το 2024, εξαλείφοντας παράλληλα κάθε αθέμιτο κίνητρο στη διαδικασία της συνταγογράφησης.