Γερμανία – Έντονο προβληματισμό για την πορεία της οικονομίας προκαλεί η ιστορική σύγκριση του σημερινού κρατικού μοντέλου με την περίοδο της μεγάλης βιομηχανικής άνθισης. Ο διακεκριμένος ιστορικός οικονομίας, καθηγητής Werner Plumpe, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις δομικές αδυναμίες που αντιμετωπίζει πλέον η χώρα, προειδοποιώντας ότι η εσφαλμένη αντίληψη του δεδομένου πλούτου απειλεί άμεσα το μέλλον της παραγωγικής βάσης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το ποσοστό του κρατικού τομέα άγγιζε το 15% πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ σήμερα πλησιάζει το 50%.
- Η εξόρυξη άνθρακα στη Γερμανία το 1850 ήταν 2 εκατομμύρια τόνοι, φτάνοντας τα 140 εκατομμύρια το 1914.
- Ο δημόσιος τομέας απασχολεί πλέον 8 εκατομμύρια υπαλλήλους, έναντι λιγότερων από 2 εκατομμύρια στο παρελθόν.
Το χαμένο μυστικό της βιομηχανικής ανόδου
Σε εκτενή του συνέντευξη στο ιστορικό podcast ZEITREISE της BILD, ο καθηγητής του Goethe-Universität Frankfurt ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους η σύγχρονη βιομηχανία χάνει την ανταγωνιστικότητά της. Μέχρι την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας το 1871, η χώρα αποτελούσε ένα συνονθύλευμα κρατιδίων που μαστιζόταν από φτώχεια. Η εντυπωσιακή οικονομική μεταμόρφωση που ακολούθησε και γέννησε κολοσσούς όπως η BASF, η Bayer και η Siemens, στηρίχθηκε στην καινοτομία, την υψηλή παραγωγικότητα και το επιχειρηματικό ταλέντο μορφών όπως ο Emil Rathenau και ο August Thyssen.
Εκείνη την περίοδο, οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν περιορίστηκαν στην απλή αντιγραφή ξένων τεχνολογιών, αλλά ανέπτυξαν ταχύτατα δική τους τεχνογνωσία. Σύμφωνα με την ανάλυση του ειδικού, η μεγάλη διαφορά με το σήμερα έγκειται στην απόλυτη προσήλωση του τότε κράτους στη συνεχή τεχνολογική και παραγωγική αναβάθμιση, η οποία εξασφάλισε τη σταθερή ανταγωνιστικότητα των γερμανικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές, παρά την αύξηση του εργασιακού κόστους.
Η σημασία της εκπαίδευσης και της ενέργειας
Ένας από τους βασικούς πυλώνες του ιστορικού γερμανικού θαύματος ήταν το εξαιρετικά προηγμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Το κράτος χρηματοδοτούσε γενναιόδωρα τα πανεπιστήμια και τις τεχνικές σχολές, δημιουργώντας προγράμματα σπουδών άμεσα συνδεδεμένα με τις ανάγκες της αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η εταιρεία Bayer απασχολούσε περισσότερους ακαδημαϊκά καταρτισμένους χημικούς από ό,τι ολόκληρη η χημική βιομηχανία της Μεγάλης Βρετανίας. Στον αντίποδα, η σημερινή αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από σοβαρή έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και πλεόνασμα ανειδίκευτων εργατών.
Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη ταυτίστηκε ιστορικά με τη διαθεσιμότητα φθηνής ενέργειας. Η εκμετάλλευση των εγχώριων πόρων, με την παραγωγή άνθρακα να εκτοξεύεται στα 140 εκατομμύρια τόνους το 1914, έδωσε τεράστια ώθηση στη βιομηχανία. Ο ιστορικός τονίζει κατηγορηματικά ότι η ραγδαία άνοδος της χώρας θα ήταν απολύτως αδύνατη χωρίς την πρόσβαση σε προσιτούς και άφθονους ενεργειακούς πόρους, μια συνθήκη που σήμερα απουσιάζει, πιέζοντας ασφυκτικά τις παραγωγικές μονάδες.
Η γιγάντωση του κρατικού μηχανισμού
Το πιο εντυπωσιακό ίσως στοιχείο της σύγκρισης εντοπίζεται στο μέγεθος και το κόστος του κρατικού μηχανισμού. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το μέγεθος του δημόσιου τομέα στη Γερμανία αντιπροσώπευε μόλις το 15% της οικονομίας. Η επιχειρηματική κοινότητα ήταν ικανοποιημένη εφόσον το κράτος διασφάλιζε τη βασική λειτουργία των υποδομών, όπως τους δρόμους, τα τρένα και το ταχυδρομείο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ξεπερνούσαν τα 2 εκατομμύρια, με τη συντριπτική πλειοψηφία να υπηρετεί ακριβώς σε αυτές τις νευραλγικές υπηρεσίες.
Στη σύγχρονη εποχή, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Το ποσοστό του κράτους στην οικονομία προσεγγίζει πλέον το 50%, ενώ ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων έχει εκτιναχθεί στα 8 εκατομμύρια, δίχως μάλιστα να συνυπολογίζονται σε αυτούς οι υπάλληλοι των σιδηροδρόμων και των ταχυδρομείων. Την ίδια στιγμή, οι κρατικές επενδύσεις για τη συντήρηση και την αναβάθμιση των κρίσιμων υποδομών παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες από τη δεκαετία του 1990.
Η ψευδαίσθηση του πλούτου
Κλείνοντας την αποτίμησή του, ο κορυφαίος ακαδημαϊκός επισημαίνει τη βαθιά αλλαγή στη νοοτροπία της κοινωνίας. Ιστορικά, η ικανότητα αντιμετώπισης κρίσεων μέσα από σκληρή δουλειά και προσωρινές θυσίες αποτελούσε το ισχυρότερο όπλο της οικονομίας. Σήμερα, η στάση αυτή έχει αντικατασταθεί από τον εφησυχασμό μιας χώρας που θεωρεί τη συσσώρευση πλούτου ως μια δεδομένη, σχεδόν φυσική κατάσταση που της επιτρέπει διαρκείς παροχές.
Χρησιμοποιώντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Werner Plumpe παρομοιάζει τη σημερινή κατάσταση με έναν άνθρωπο που θαυμάζει το γεμάτο ψυγείο του, νιώθοντας απόλυτη ασφάλεια, χωρίς όμως να έχει το παραμικρό σχέδιο ή τους πόρους για να το ξαναγεμίσει όταν αυτό αδειάσει. Αυτή η κοντόφθαλμη προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με την ανάλυση, τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη μελλοντική ευημερία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.