Γερμανία – Την ώρα που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναζητά δημοσιονομικό χώρο και συζητά την ανάληψη νέου χρέους, η Ελλάδα προχωρά στην πρόωρη εξόφληση δισεκατομμυρίων από το πρώτο πακέτο διάσωσης. Η κίνηση αυτή ανακουφίζει άμεσα τον γερμανικό προϋπολογισμό και την αναπτυξιακή τράπεζα KfW, σηματοδοτώντας μια εντυπωσιακή οικονομική ανατροπή για τη χώρα που κάποτε βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από την Ευρωζώνη.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το ελληνικό χρέος αναμένεται να υποχωρήσει στο 146% έως το τέλος του 2025.
- Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης για τη γερμανική KfW.
- Η Ιταλία προβλέπεται να ξεπεράσει την Ελλάδα, αγγίζοντας το 139% το 2027.
Ανακούφιση για τα γερμανικά ταμεία και την KfW
Η πρόωρη επιστροφή των κεφαλαίων από την Αθήνα λειτουργεί ευεργετικά για τη Γερμανία, η οποία αποτελεί τον βασικότερο πιστωτή της χώρας. Ιστορικά, το γερμανικό μερίδιο των ευρωπαϊκών πακέτων διάσωσης είχε διατεθεί μέσω της κρατικής τράπεζας KfW (Kreditanstalt für Wiederaufbau). Με τη γρηγορότερη εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεων, μειώνονται αισθητά οι ανοιχτές απαιτήσεις στο ισοζύγιο του ιδρύματος, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο για τον οποίο εγγυάται άμεσα το ομοσπονδιακό κράτος.
Παρότι τα επιστρεφόμενα δισεκατομμύρια δεν μεταφράζονται σε άμεσο ρευστό για νέες υποδομές ή φοροελαφρύνσεις στο εσωτερικό, η εξέλιξη αυτή αποφορτίζει τη γενικότερη πίεση αναχρηματοδότησης. Ανακτώνται κεφάλαια που, στο απόγειο της ευρωπαϊκής κρίσης του 2012 και επί υπουργίας του Wolfgang Schäuble, θεωρούνταν από πολλούς οριστικά χαμένα, δημιουργώντας πλέον ένα θετικό προηγούμενο για τις αγορές.
Η θεαματική μείωση του ελληνικού χρέους
Η πορεία της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει πλέον τη μεγαλύτερη μείωση δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας το 2020 το ποσοστό είχε εκτοξευθεί άνω του 209% του ΑΕΠ, οι εκτιμήσεις που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν ταχεία αποκλιμάκωση. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι έως τα τέλη του 2025 το χρέος θα έχει περιοριστεί στο 146%, καταγράφοντας εντυπωσιακή πτώση μεγαλύτερη των 60 ποσοστιαίων μονάδων.
Η επίδοση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πορεία άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών οικονομιών. Το δημόσιο χρέος στη Γερμανία πλησιάζει σταδιακά το 70%, ενώ στη Γαλλία ξεπερνά σταθερά το 110%. Αντίστοιχα, η Ιταλία αναμένεται να καταγράψει δείκτη 139% έως το 2027. Με βάση αυτές τις προβλέψεις, η Ελλάδα αναμένεται να υποχωρήσει στο 134%, αφήνοντας οριστικά πίσω της την πρωτιά του πιο υπερχρεωμένου κράτους μέλους.
Οι μεταρρυθμίσεις και η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα
Η μακροοικονομική ανάκαμψη δεν προέκυψε αποκλειστικά από μεμονωμένα μέτρα λιτότητας, αλλά από τον συνδυασμό αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και ευρύτερων διαρθρωτικών αλλαγών. Η χώρα πέτυχε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ψηφιοποίησε κρίσιμες λειτουργίες της δημόσιας διοίκησης μέσω της πλατφόρμας gov.gr και εκσυγχρόνισε τον ελεγκτικό της μηχανισμό. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια ανάκαμψης κατευθύνθηκαν στοχευμένα σε στρατηγικές υποδομές και στην ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας.
Αυτή η συστηματική προσπάθεια αναγνωρίστηκε επισήμως από τις διεθνείς αγορές. Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, υπογραμμίζοντας την απρόσμενα γρήγορη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, ενώ η Fitch επιβράβευσε τη συνέπεια της κυβέρνησης. Εκ μέρους της Αθήνας, ο πρωθυπουργός Kyriakos Mitsotakis δεσμεύτηκε δημόσια για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, θέτοντας ως προτεραιότητα τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.