Αυστρία – Η αντίστροφη μέτρηση για την πλήρη ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας περί μισθολογικής διαφάνειας στο εθνικό δίκαιο έχει ήδη ξεκινήσει, πυροδοτώντας ένα σκληρό παρασκήνιο διαβουλεύσεων λίγο πριν την εκπνοή της αυστηρής προθεσμίας της 7ης Ιουνίου.
Ο κεντρικός κρατικός μηχανισμός καλείται να θεσπίσει ένα δεσμευτικό νομοθετικό πλαίσιο που θα υποχρεώνει τις εταιρείες να αποκαλύπτουν τα εσωτερικά μισθολογικά τους δεδομένα, επιχειρώντας να γεφυρώσει το καταγεγραμμένο χάσμα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών στον εργασιακό στίβο. Η ενδεχόμενη παράταση των συζητήσεων εγκυμονεί τον σοβαρό κίνδυνο έναρξης διαδικασίας επί παραβάσει από τα ευρωπαϊκά όργανα, την ώρα που οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι μεγάλες εργοδοτικές ενώσεις ανταλλάσσουν πυρά για το επερχόμενο διαχειριστικό κόστος. Οι αποφάσεις των επόμενων ημερών κρίνονται απολύτως καθοριστικές.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η διαφορά αμοιβών στη χώρα ανέρχεται στο 17,6%, ξεπερνώντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Οι επιχειρήσεις με μισθολογική απόκλιση άνω του 5% θα αναγκάζονται να προχωρούν σε διορθώσεις.
- Δικαστήριο δικαίωσε εργαζόμενη επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 5.600 ευρώ για διακρίσεις.
- Το εθνικό κοινοβούλιο οφείλει να κυρώσει το νομοσχέδιο το αργότερο έως τις αρχές Ιουνίου.
Ποιοι κανόνες διαφάνειας επιβάλλονται στις επιχειρήσεις της χώρας
Η εφαρμογή της νέας ευρωπαϊκής οδηγίας αναμένεται να αναμορφώσει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο τα τμήματα ανθρώπινου δυναμικού διαχειρίζονται τις προσλήψεις και τις προαγωγές, χορηγώντας στους υπαλλήλους το απόλυτο δικαίωμα πρόσβασης στα μέσα επίπεδα αμοιβών των συναδέλφων τους που εκτελούν ισοδύναμα καθήκοντα, με σαφή διαχωρισμό ανά φύλο. Η συγκεκριμένη παρέμβαση κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς τα επίσημα στατιστικά δεδομένα αποτυπώνουν μια εξαιρετικά προβληματική εικόνα για την εγχώρια αγορά εργασίας, όπου το μισθολογικό χάσμα αγγίζει το 17,6%, ποσοστό το οποίο απέχει δραματικά από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνεται μόλις στο 11,7%. Η θεσμική αυτή πίεση στοχεύει στην άρση της αδιαφάνειας που επικρατεί παραδοσιακά στην κατανομή των επιδομάτων, των μπόνους και των ειδικών πριμ παραγωγικότητας, πεδία στα οποία τα κριτήρια αξιολόγησης παραμένουν συχνά ασαφή. Η αγορά οφείλει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο εισάγει εξαιρετικά αυστηρές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για τις μεγάλες εταιρικές οντότητες, οι οποίες θα ελέγχονται πλέον συστηματικά από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Σε περίπτωση που οι εσωτερικοί έλεγχοι καταδείξουν ότι η μισθολογική απόκλιση μεταξύ εργαζομένων του ίδιου επιπέδου υπερβαίνει το κρίσιμο όριο του 5%, οι διοικήσεις των επιχειρήσεων θα είναι υποχρεωμένες όχι μόνο να αιτιολογήσουν τεκμηριωμένα τη συγκεκριμένη διαφορά, αλλά και να εφαρμόσουν άμεσα διορθωτικά μέτρα για την εξάλειψή της. Η διαδικασία αυτή δεν αφήνει περιθώρια για αυθαίρετες ερμηνείες εκ μέρους της εργοδοσίας, διασφαλίζοντας την ισονομία ήδη από το στάδιο της αρχικής συνέντευξης, όπου οι υποψήφιοι θα λαμβάνουν αναλυτική ενημέρωση για την ακριβή μισθολογική κλίμακα της θέσης. Το τοπίο των εργασιακών σχέσεων αλλάζει μορφή.
Πώς η δικαστική απόφαση στη Βιέννη αλλάζει τα δεδομένα για τις προσλήψεις
Το μέγεθος της εργασιακής ανισότητας αποτυπώνεται ξεκάθαρα μέσα από πρόσφατες νομικές αντιδικίες που έφτασαν στις δικαστικές αίθουσες, με χαρακτηριστικότερη την υπόθεση μιας λογίστριας από τη Βιέννη, η οποία αποκάλυψε τις πρακτικές που ακολουθούνται πίσω από τις κλειστές πόρτες των λογιστηρίων. Η συγκεκριμένη υπάλληλος, παρότι διέθετε ακριβώς το ίδιο εκπαιδευτικό υπόβαθρο και εκτελούσε πανομοιότυπα καθήκοντα με έναν άνδρα συνάδελφό της ο οποίος προσελήφθη σε μεταγενέστερο χρόνο, διαπίστωσε ότι ο τελευταίος λάμβανε μηνιαίως 400 ευρώ περισσότερα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η νομική εκπροσώπηση της εργοδοτικής πλευράς επιχείρησε να δικαιολογήσει τη χαώδη διαφορά επικαλούμενη τις ανώτερες διαπραγματευτικές ικανότητες του υπαλλήλου, προσθέτοντας παράλληλα τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι ο ίδιος προοριζόταν μελλοντικά για την κάλυψη διευθυντικής θέσης. Το επιχείρημα κατέρρευσε ολοσχερώς.
Η αρμόδια δικαστική έδρα απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της επιχείρησης, αποφαινόμενη ότι οι ικανότητες διαπραγμάτευσης δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση νομιμοποιητικό παράγοντα για την επιβολή διακρίσεων εις βάρος των γυναικών κατά την παροχή ίσης εργασίας. Η δικαίωση της υπαλλήλου, η οποία υποστηρίχθηκε νομικά από την AK, επισφραγίστηκε με την επιδίκαση συνολικής αποζημίωσης ύψους 5.600 ευρώ, δημιουργώντας ένα ισχυρό νομικό δεδικασμένο για την αντιμετώπιση παρόμοιων υποθέσεων στο μέλλον. Η υπόθεση αυτή καταδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για προκαταβολική διαφάνεια στις κλίμακες των αμοιβών, καθώς η απουσία ξεκάθαρων οικονομικών δεδομένων κατά την έναρξη της συνεργασίας στερεί από τους εργαζόμενους την απαραίτητη βάση για μια δίκαιη διαπραγμάτευση. Η δικαιοσύνη θέτει αυστηρά όρια στις διακρίσεις.
Η σύγκρουση των φορέων για το λειτουργικό κόστος της νέας νομοθεσίας
Η προοπτική της άμεσης νομοθετικής ρύθμισης προκαλεί τις σφοδρές αντιδράσεις των εργοδοτικών οργανώσεων, οι οποίες εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους για την υπέρμετρη διόγκωση του διοικητικού φόρτου και την αύξηση των λειτουργικών εξόδων στα τμήματα ανθρώπινου δυναμικού. Η Γενική Γραμματέας της Wirtschaftsbund, Tanja Graf, αναγνωρίζοντας μεν τη σημασία της μείωσης του χάσματος των αμοιβών, εξαπέλυσε επίθεση στον τρόπο σχεδιασμού του μέτρου, δηλώνοντας πως «η υλοποίηση δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε γραφειοκρατική παγίδα για τις επιχειρήσεις μας». Η ίδια πρόσθεσε με έμφαση πως «αυτό που πωλείται με το σύνθημα της διαφάνειας, σημαίνει στην πραγματικότητα νέα βάρη για τις εταιρείες μας αντί για ίσες ευκαιρίες», αποτυπώνοντας την απόλυτη δυσαρέσκεια του επιχειρηματικού κόσμου. Η οικονομία ζητά μεγαλύτερη ευελιξία.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της AK, Renate Anderl, απέρριψε κατηγορηματικά τα επιχειρήματα περί γραφειοκρατίας, χαρακτηρίζοντας την παρελκυστική τακτική των εργοδοτών ως ευθεία προσβολή προς το εργατικό δυναμικό, τονίζοντας ότι η συντονισμένη αυτή άρνηση στερεί από χιλιάδες γυναίκες το θεμελιώδες δικαίωμα στο δίκαιο εισόδημα. «Πρέπει να μπει ένα τέλος στη μυστικοπάθεια γύρω από τα χρήματα», δήλωσε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την ανάγκη για άμεση εξυγίανση του συστήματος. Την ίδια στιγμή, η υπουργός Εργασίας, Korinna Schumann του SPÖ, ασκεί αφόρητες πιέσεις στους κοινωνικούς εταίρους προκειμένου να καταλήξουν σε μια κοινά αποδεκτή συμφωνία πριν από τις τελευταίες συνεδριάσεις του Εθνικού Συμβουλίου. Ο πολιτικός χρόνος εξαντλείται επικίνδυνα.