Δραματική αύξηση αναμένεται να παρουσιάσουν τα νέα περιστατικά καρκίνου σε παγκόσμιο επίπεδο, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.
Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, οι νέες διαγνώσεις προβλέπεται να εκτοξευθούν τις επόμενες δεκαετίες, επηρεάζοντας άμεσα τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και δοκιμάζοντας τις αντοχές των συστημάτων υγείας παγκοσμίως, εξαιτίας παραγόντων που σχετίζονται με τον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- 35 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου ετησίως προβλέπει ο ΠΟΥ μέχρι το 2050, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 70%.
- 85% είναι το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης για τον καρκίνο του μαστού σε εύπορες χώρες, έναντι μόλις 40% στα φτωχότερα κράτη.
- 27% μείωση καταγράφει η χρήση καπνού παγκοσμίως από το 2010, αποτελώντας ένα από τα λίγα θετικά μηνύματα της έκθεσης.
Οι παράγοντες κινδύνου και οι πιο συχνές μορφές της νόσου
Η τελευταία έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αναδεικνύει μια ανησυχητική μελλοντική εικόνα, εκτιμώντας ότι μέχρι το 2050 θα καταγράφονται ετησίως 35 εκατομμύρια νέες διαγνώσεις καρκίνου. Η πρόβλεψη αυτή αντικατοπτρίζει μια αλματώδη αύξηση σχεδόν 70% σε σύγκριση με τα περίπου 21 εκατομμύρια νέα κρούσματα που καταγράφονται σήμερα. Σύμφωνα με τους ειδικούς του διεθνούς φορέα, η δραματική αυτή άνοδος δεν οφείλεται μόνο στη γήρανση και την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά και σε συμπεριφορές που εντείνουν τους κινδύνους.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και οι περιβαλλοντικές συνθήκες αναδεικνύονται σε καθοριστικούς καταλύτες για την εξάπλωση της νόσου. Η επίσημη έκθεση κατονομάζει το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, την παχυσαρκία και την έλλειψη σωματικής άσκησης ως κύριες αιτίες, ενώ τονίζει τον ρόλο ανεπαρκών μέτρων πρόληψης. Αναφορικά με τα δημογραφικά δεδομένα, ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει η κυριότερη αιτία θανάτου. Στους άνδρες, οι συχνότερες διαγνώσεις αφορούν τον καρκίνο του πνεύμονα, του προστάτη και του παχέος εντέρου, ενώ στον γυναικείο πληθυσμό κυριαρχεί ο καρκίνος του μαστού.
Το χάσμα επιβίωσης ανάμεσα σε πλούσιες και φτωχές χώρες
Οι εκπρόσωποι του ΠΟΥ εστιάζουν στις βαθιές ανισότητες που χαρακτηρίζουν την παγκόσμια υγειονομική περίθαλψη. Ο γενικός διευθυντής του οργανισμού Tedros Adhanom Ghebreyesus υπογράμμισε με έμφαση ότι οι πιθανότητες επιβίωσης ενός ασθενούς δεν θα έπρεπε ποτέ να εξαρτώνται από τον τόπο γέννησης ή το εισόδημά του. Ωστόσο, η πραγματικότητα επιβεβαιώνει το αντίθετο, καθώς σε πολλές αναπτυσσόμενες περιοχές απουσιάζουν ακόμη και οι πιο βασικές υποδομές ογκολογικής φροντίδας, στερώντας πολύτιμες ελπίδες από τους νοσούντες.
Το χάσμα αυτό αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στα ποσοστά επιβίωσης που συνοδεύουν τις διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες. Ενώ στις πλούσιες χώρες περίπου το 85% των γυναικών με καρκίνο του μαστού καταφέρνει να ζήσει τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση, το αντίστοιχο ποσοστό στα φτωχότερα κράτη κατακρημνίζεται στο δραματικό 40%. Όπως επεσήμανε ο ειδικός του ΠΟΥ André Ilbawi, η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να αφήνει αβοήθητους υπερβολικά πολλούς ανθρώπους.
Οικονομικός αντίκτυπος και καθολική απειλή
Η κλίμακα της απειλής είναι τόσο μεγάλη που ο οργανισμός εκτιμά πως το 92% του παγκόσμιου πληθυσμού θα βιώσει άμεσα ή έμμεσα τις επιπτώσεις του καρκίνου κατά τη διάρκεια της ζωής του, είτε νοσώντας προσωπικά είτε μέσω συγγενικών προσώπων. Πέρα από το βαρύ τίμημα στην υγεία, η εξέλιξη αυτή προκαλεί μια παράλληλη οικονομική κρίση, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τόσο τα εθνικά συστήματα περίθαλψης όσο και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς έρχονται αντιμέτωποι με ιατρικά κόστη που απειλούν ευθέως την οικονομική τους ρευστότητα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ογκολογικές παθήσεις κατατάσσονται πλέον στις συχνότερες αιτίες που οδηγούν τους πολίτες σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για άμεση ενίσχυση της δημόσιας υγείας και της προληπτικής ιατρικής σε όλες τις χώρες.