Γερμανία – Σχέδιο για αυστηρότερο αποκλεισμό κινεζικού εξοπλισμού από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας εξετάζει το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών, με τους σταθμούς βάσης 5G να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο. Η πιθανή αλλαγή, την οποία αποκαλύπτει η Handelsblatt, προκαλεί αντιδράσεις στους παρόχους, που προειδοποιούν για καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των δικτύων.
Η προωθούμενη προσέγγιση δεν προβλέπει, τουλάχιστον με τα διαθέσιμα στοιχεία, μια άμεση γενική απαγόρευση της κινεζικής τεχνολογίας. Το υπουργείο επικαλείται την αλλαγή των συνθηκών ασφάλειας και την ανάγκη νέας αξιολόγησης των εξαρτήσεων από προμηθευτές και των πιθανών κινδύνων.
Η συζήτηση διαρκεί χρόνια. Ήδη το 2022, επί προεδρίας Joe Biden, οι ΗΠΑ είχαν εκφράσει ανησυχίες για την ασφαλή ανταλλαγή απόρρητων πληροφοριών μέσω γερμανικών δικτύων. Οι Deutsche Telekom, Vodafone και Telefónica συνέχισαν, ωστόσο, να αξιοποιούν εξοπλισμό των Huawei και ZTE, επικαλούμενες την ταχύτητα παράδοσης, την αξιοπιστία και το χαμηλότερο κόστος.
Στο επίκεντρο οι σταθμοί βάσης του δικτύου 5G
Κομβικό στοιχείο των σχεδιαζόμενων περιορισμών αποτελεί η ταξινόμηση κρίσιμων λειτουργιών από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων (Bundesnetzagentur). Σε σχετικό κείμενό της αναφέρεται ότι όλες οι λειτουργίες των σταθμών βάσης gNodeB χαρακτηρίζονται κρίσιμες. Πρόκειται για τον εξοπλισμό που δέχεται τα σήματα των κινητών τηλεφώνων και τα μεταφέρει στο δίκτυο.
Μια τέτοια ταξινόμηση θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για αποκλεισμό προμηθευτών που θεωρούνται μη αξιόπιστοι από αυτό το τμήμα των υποδομών, ακόμη και χωρίς ρητή, οριζόντια απαγόρευση κινεζικών προϊόντων.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το υποθετικό ενδεχόμενο ύπαρξης ενός λεγόμενου «kill switch», ενός μηχανισμού που θα επέτρεπε την εξ αποστάσεως διακοπή λειτουργίας του δικτύου. Οι πάροχοι υποστηρίζουν ότι ελέγχουν πλήρως τις εγκαταστάσεις τους και θα εντόπιζαν έναν τέτοιο μηχανισμό. Η ύπαρξή του δεν παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Αντιδράσεις για τη συμφωνία απομάκρυνσης εξοπλισμού έως το 2029
Επί κυβέρνησης Olaf Scholz είχε συναφθεί συμφωνία, της οποίας μεγάλο μέρος δεν δημοσιοποιήθηκε, για την αντικατάσταση εξοπλισμού Huawei και ZTE σε σημαντικά τμήματα των γερμανικών δικτύων το αργότερο έως το 2029. Οι σταθμοί βάσης δεν περιλαμβάνονταν στο τότε γνωστό πεδίο της συμφωνίας.
Ο Frederik Ufer, διευθύνων σύμβουλος της ένωσης τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων VATM, θεωρεί ότι η μεταγενέστερη ένταξη των σταθμών βάσης στους περιορισμούς θα συνιστούσε παραβίαση της εμπιστοσύνης. Υποστηρίζει επίσης ότι, παρά τους πολλούς ελέγχους, δεν έχει καταγραφεί περιστατικό ασφάλειας που να συνδέεται με κινεζική τεχνολογία ούτε έχει εντοπιστεί τέτοιος μηχανισμός διακοπής.
Η Deutsche Telekom παραπέμπει και εκείνη στη συμφωνία με την προηγούμενη κυβέρνηση. Σύμφωνα με εκπρόσωπό της, μια αιφνίδια αποξήλωση εγκατεστημένου εξοπλισμού θα απορροφούσε τεχνικό προσωπικό και οικονομικούς πόρους, καθυστερώντας για χρόνια την περαιτέρω επέκταση των δικτύων και θέτοντας σε κίνδυνο την ποιότητα κάλυψης.
Πηγές πληροφοριών: Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας, Bundesnetzagentur, VATM, Deutsche Telekom.