Γερμανία – Η οικονομική πίεση στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό εύρημα για την ψυχική υγεία. Μελέτη από τη Βαυαρία, που δημοσιεύτηκε στο Bundesgesundheitsblatt, καταγράφει υπερτριπλάσιο δείκτη αυτοκτονιών μεταξύ εργαζομένων στον αγροτικό κλάδο σε σύγκριση με άλλες επαγγελματικές ομάδες. Τα στοιχεία αντιστοιχούν σε περίπου έναν θάνατο την εβδομάδα σε επαγγέλματα συναφή με τη γεωργία, την ώρα που χρέη, χαμηλές τιμές και αβεβαιότητα για το μέλλον πιέζουν χιλιάδες οικογένειες.
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Γεωργίας Alois Rainer (CSU) περιγράφει την κατάσταση ως κρίση εθνικών διαστάσεων. Η μελέτη αναδεικνύει μια σοβαρή ανισότητα στην ψυχική υγεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε αυτοκτονία μπορεί να αποδοθεί σε έναν συγκεκριμένο οικονομικό παράγοντα. Οι πιέσεις, πάντως, αποτυπώνονται και στους λογαριασμούς των αγροκτημάτων.
Λιγότερη παραγωγή, χαμηλότερα κέρδη και χιλιάδες εκμεταλλεύσεις σε κίνδυνο
Η φετινή συγκομιδή στη Γερμανία άφησε τους παραγωγούς με 24% λιγότερες πατάτες και 7% λιγότερα σιτηρά σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, μετά την ξηρασία και τις υψηλές θερμοκρασίες. Οι ακραίες εναλλαγές καιρού, από την παρατεταμένη ζέστη μέχρι τις έντονες βροχοπτώσεις, επιβαρύνουν την παραγωγή εδώ και χρόνια.
Ακόμη και όπου υπάρχει προϊόν, οι τιμές δεν προσφέρουν απαραίτητα διέξοδο. Τα κέρδη των καλλιεργητών αροτραίων προϊόντων υποχώρησαν πρόσφατα κατά 28%, ενώ στους μεγάλους παραγωγούς σιτηρών της ανατολικής Γερμανίας η πτώση έφτασε το 45,5%. Ο Γερμανικός Αγροτικός Σύνδεσμος προειδοποιεί για παρατεταμένα καταστροφική κατάσταση στις αγορές σιτηρών.
Σήμερα απομένουν στη Γερμανία περίπου 255.000 αγροτικές επιχειρήσεις, οι μισές σε σύγκριση με το 1995. Κάθε χρόνο διακόπτουν τη δραστηριότητά τους περίπου 2.600, ενώ από το 2020 έχουν χαθεί 62.000 θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Κέντρο Πληροφόρησης για τη Γεωργία, άλλες 69.000 εκμεταλλεύσεις κινδυνεύουν να κλείσουν επειδή δεν υπάρχει διάδοχος.
Ο Max Klockemann, 30 ετών, συνεχίζει μια οικογενειακή παράδοση 240 ετών στο Bad Münder της Κάτω Σαξονίας. Καλλιεργεί σχεδόν 200 εκτάρια με σιτηρά, τεύτλα, καλαμπόκι, ελαιοκράμβη, πατάτες και μπιζέλια, συνδυάζοντας συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες. Μέχρι 600 τόνοι σιτηρών περιμένουν στις αποθήκες καλύτερη τιμή. Από τα δώδεκα αγροκτήματα που λειτουργούσαν παλαιότερα στην κοιλάδα Deister-Süntel έχουν μείνει πέντε και, όπως εκτιμά, ίσως απομείνουν σύντομα μόνο δύο: τρεις αγρότες έχουν περάσει τα 60 χωρίς να βρίσκουν διαδόχους.
Το γάλα πωλείται κάτω από το κόστος παραγωγής
Στο Büdingen της Έσσης, η Andrea Rahn-Farr, 54 ετών, εκτρέφει σχεδόν 400 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής. Γνωρίζει την απόδοση και τη διατροφή κάθε ζώου, αλλά οι αριθμοί του ταμείου είναι αμείλικτοι. Όπως ανέφερε στη BILD, εισπράττει περίπου 40 λεπτά ανά λίτρο γάλακτος ενώ χρειάζεται τουλάχιστον 45 για να καλύπτει το κόστος της.
Η ίδια αναφέρει αυξήσεις 79% στο ντίζελ και 59% στα λιπάσματα, με αποτέλεσμα να πληρώνει τους επτά εργαζομένους της από τις αποταμιεύσεις της. Ο Hans Foldenauer, εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Ένωσης Γερμανών Γαλακτοπαραγωγών, η οποία εκπροσωπεί περίπου 10.000 εκμεταλλεύσεις και 30.000 μέλη, υποστηρίζει ότι η οικονομική υστέρηση στον κλάδο φτάνει σήμερα το 25% έως 30%. Κατά την εκτίμησή του, οι τιμές γάλακτος έχουν επιστρέψει στο επίπεδο του 1989, με την πτώση τους να έχει κορυφωθεί στις αρχές του 2026.
Ούτε τα οπωροφόρα εξασφαλίζουν αξιοπρεπές εισόδημα
Στο Krempdorf του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, οι Dörte και Henning Harms, και οι δύο 37 ετών, καλλιεργούν περίπου 12.000 δέντρα με μήλα, αχλάδια, κεράσια και δαμάσκηνα. Στους δρόμους γύρω από το αγρόκτημα, πινακίδες καλούν τους καταναλωτές να αγοράζουν εγχώρια φρούτα.
Ο Henning Harms σημειώνει ότι περίπου κάθε δεύτερο μήλο προέρχεται πλέον από εισαγωγή. Τον Αύγουστο του 2026 οι τιμές παραγωγού στα γερμανικά επιτραπέζια μήλα ήταν 32,9% χαμηλότερες από έναν χρόνο νωρίτερα. Σε δύσκολους μήνες, όπως λέει, ο ίδιος και η σύζυγός του διαθέτουν συνολικά μόλις 2.000 ευρώ για τη διαβίωσή τους. Έχουν σκεφτεί ακόμη και να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια.
Η πίεση δεν περιορίζεται στους ιδιοκτήτες. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Εργασίας, οι μισθωτοί αγρότες αμείβονται κατά μέσο όρο με περίπου 35.000 ευρώ μεικτά ετησίως. Για εβδομαδιαία απασχόληση 40 ωρών, το ποσό είναι περίπου 6.100 ευρώ πάνω από το υπολογιστικό ετήσιο εισόδημα με κατώτατο μισθό και αντιστοιχεί περίπου στο 60% του γερμανικού μέσου μισθού.
Τζίρος δύο εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς μισθό για τον ιδιοκτήτη
Στο Vestenbergsgreuth της Βαυαρίας, ο Alfred Winkler, 58 ετών, διατηρεί μαζί με την 25χρονη κόρη του Anne μια αγροτική μονάδα τέταρτης γενιάς, με 75 βοοειδή, 12.700 κότες και εκτεταμένες μισθωμένες εκτάσεις. Η επιχείρηση πραγματοποιεί ετήσιο κύκλο εργασιών δύο εκατομμυρίων ευρώ, αλλά ο ίδιος δεν καταβάλλει μισθό στον εαυτό του: ό,τι απομένει επανεπενδύεται.
Οι επενδύσεις της οικογένειας ξεπερνούν τα τρία εκατομμύρια ευρώ και οι μηνιαίες αποπληρωμές φτάνουν έως τις 30.000 ευρώ. Σύμφωνα με τον υπουργό Rainer, ένας στους τρεις αγρότες αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας, μεταξύ άλλων λόγω δανεισμού. Το μέσο ύψος υποχρεώσεων ανά εκμετάλλευση υπολογίζεται σε 253.836 ευρώ, με τα υψηλότερα επιτόκια να εντείνουν την πίεση.
Το ψυχικό και σωματικό κόστος της αγροτικής ζωής
Στο Wildeck-Raßdorf της Έσσης, ο 52χρονος βιοκαλλιεργητής Rico Platzdasch περιγράφει πώς αναγκάστηκε να αλλάξει τον τρόπο εργασίας του. Παλιότερα εκτρέφονταν στο αγρόκτημά του 300 χοίροι πάχυνσης, ενώ υπήρχε και δάνειο 80.000 ευρώ για μηχανήματα. Δούλευε έως 16 ώρες την ημέρα, ώσπου στα 40 του υπέστη δύο εμφράγματα.
Σήμερα το πιστοποιημένο βιολογικό «Quellwiesenhof» έχει 134 εκτάρια, 67 κότες και κατάστημα αγροτικών προϊόντων. Ο ίδιος θεωρεί ότι έχει περιορίσει την έκθεσή του στις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών, όμως του απομένουν περίπου 1.000 ευρώ καθαρά. Όπως εξηγεί, η οικογένεια δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί χωρίς τον μισθό της συζύγου του ως διοικητικής υπαλλήλου. Παρά τις δυσκολίες, επιμένει ότι αγαπά τη δουλειά του.
Η ψυχίατρος και ψυχοθεραπεύτρια Karen Hendrix έχει δημιουργήσει ομάδα ψυχοθεραπευτικών συζητήσεων για αγρότες σε ειδική κλινική στο Simbach am Inn. Μιλώντας στην εφημερίδα Tagesspiegel, περιέγραψε τη βαθιά επιβάρυνση που συναντά στον κλάδο και υπογράμμισε τη σημασία της ελπίδας ότι μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί. Οι εμπειρίες αυτές δείχνουν την ανάγκη για ουσιαστική υποστήριξη, πέρα από την αποτύπωση των οικονομικών απωλειών.
Η διαφορετική απάντηση ενός αγρότη από τη Θουριγγία
Υπάρχουν και παραγωγοί που αναζητούν διέξοδο στη διαφοροποίηση της δραστηριότητάς τους. Ο Heinrich Meusel, 37 ετών, από το Neuhaus am Rennweg της Θουριγγίας, ξεκίνησε την επιχειρηματική του πορεία στα 17 και έχει επενδύσει 4,4 εκατομμύρια ευρώ σε σύγχρονη εγκατάσταση ξήρανσης και συσκευασίας σανού.
Παράγει βιολογικό σανό βοτάνων, βιολογικό άχυρο σιταριού και ζωοτροφές, ενώ δραστηριοποιείται επίσης σε δασοκομικές υπηρεσίες, συντήρηση τοπίου, τουριστική επιχείρηση σε χιονοδρομική περιοχή και έργα αποκατάστασης θαλάσσιων λιβαδιών. Θεωρεί ότι αυτή η ποικιλία είναι η οικονομική δύναμη της επιχείρησής του.
Παράλληλα, ο Meusel καταγγέλλει το βάρος της γραφειοκρατίας. Όπως λέει, περνά πλέον το 90% του χρόνου του στο γραφείο, ενώ περίπου το ένα τρίτο των 40 εργαζομένων του ασχολείται επίσης με διοικητική εργασία. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις απαιτήσεις τεκμηρίωσης που συνδέονται με την ευρωπαϊκή οδηγία EmpCo για περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς όπως «βιώσιμο» και «φιλικό προς το κλίμα». Για να αποφορτίζεται, ακούει ροκ μουσική στο τρακτέρ και δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει την αγροτική του δραστηριότητα.
Πηγές πληροφοριών: Bundesgesundheitsblatt, Deutscher Bauernverband, Bundesinformationszentrum Landwirtschaft, Bundesagentur für Arbeit.