Κολωνία – Το τοπίο της εστίασης στην πόλη βρίσκεται εν μέσω μιας ραγδαίας αλλαγής, καθώς τα αποκαλούμενα «εκπτωτικά καφέ» (Café-Discounter) κάνουν δυναμική εμφάνιση, αμφισβητώντας ευθέως το καθιερωμένο μοντέλο τιμολόγησης.
Η αμφιλεγόμενη αλυσίδα Lap Coffee, με έδρα το Βερολίνο, εγκαινίασε μόλις την πρώτη της τοποθεσία στην Κολωνία, ακολουθώντας τα χνάρια της κινεζικής πολυεθνικής Cotti Coffee, η οποία διαθέτει ήδη τρία καταστήματα. Οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύουν σε μια άκρως επιθετική τιμολογιακή πολιτική, καταρρίπτοντας τα στάνταρ της τοπικής αγοράς και προκαλώντας έντονο προβληματισμό και αντιδράσεις στους ιδιοκτήτες των μικρότερων, παραδοσιακών καφέ που φοβούνται τον οικονομικό παραγκωνισμό τους.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η “Lap Coffee” άνοιξε την πρώτη της τοποθεσία στο Βελγικό Τετράγωνο της Κολωνίας.
- Η τιμή ενός Matcha Latte στη νέα αλυσίδα ανέρχεται στα 4 ευρώ.
- Η κινεζική “Cotti Coffee” προσφέρει τα τρία πρώτα ροφήματα προς 1,99 ευρώ το καθένα.
- Εκφράζονται φόβοι για “price dumping” και μονοπώληση της αγοράς.
Πώς λειτουργεί το μοντέλο των χαμηλών τιμών
Η στρατηγική των νέων παικτών εστιάζει στην εξασφάλιση μεγάλου όγκου πωλήσεων μέσω εξαιρετικά ελκυστικών τιμών. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα δημοφιλές ρόφημα όπως το Matcha Latte, το οποίο στα συμβατικά καταστήματα κοστίζει τουλάχιστον πέντε ευρώ, στη Lap Coffee προσφέρεται μόλις προς τέσσερα ευρώ. Η Cotti Coffee το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, προσελκύοντας νέους πελάτες με την εντυπωσιακή προσφορά των τριών πρώτων ροφημάτων με μόλις 1,99 ευρώ έκαστο. Το συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο, ωστόσο, δεν έχει περάσει απαρατήρητο και έχει ήδη δημιουργήσει έντονες τριβές.
Στο Βερολίνο, η εξάπλωση της Lap Coffee πυροδότησε ισχυρότατες αντιστάσεις από την τοπική σκηνή των καφέ, φτάνοντας στο σημείο να καταγραφούν ακόμη και επιθέσεις με μπογιές στα καταστήματά της. Πίσω από τις χαμηλές τιμές κρύβεται μια μεθοδική περικοπή του λειτουργικού κόστους. Σύμφωνα με την υπεύθυνη λειτουργίας των καταστημάτων της Lap Coffee, το κλειδί της επιτυχίας βρίσκεται στο περιορισμένο προϊοντικό μενού και στον πολύ μικρό αριθμό εργαζομένων, που δεν ξεπερνούν τους έξι ανά κατάστημα, μειώνοντας δραστικά το μισθολογικό κόστος. Η ίδια φέρεται να υποστήριξε ότι, παρά τη λιτή δομή, δεν γίνονται εκπτώσεις στην ποιότητα, διατηρώντας συνεργασίες με περιφερειακά αρτοποιεία βιολογικών προϊόντων και ένα εργαστήριο καβουρδίσματος στη γερμανική πρωτεύουσα.
Ο κίνδυνος του μονοπωλίου και η αντίδραση της αγοράς
Ο Christoph Becker, εκπρόσωπος της Ένωσης Ξενοδόχων και Εστιατόρων (DEHOGA), προσεγγίζει τη νέα αυτή τάση με σκεπτικισμό. Μπορεί, από τη μία πλευρά, να την αναγνωρίζει ως ένα φυσικό στάδιο εξέλιξης της αγοράς, ωστόσο εκφράζει ανοιχτά τον προβληματισμό του για την έλλειψη διαφάνειας ως προς την προέλευση των πρώτων υλών. Το κυριότερο επιχείρημά του εστιάζεται στον μακροπρόθεσμο κίνδυνο μιας τακτικής price dumping. Υπάρχει έντονη ανησυχία ότι, εφόσον αυτές οι εκπτωτικές αλυσίδες καταφέρουν να εξοντώσουν τον ανταγωνισμό, θα προχωρήσουν σε απότομες και σημαντικές αυξήσεις τιμών, καθώς τα σημερινά υπερβολικά χαμηλά επίπεδα κρίνονται μη βιώσιμα σε βάθος χρόνου.
Παρά την αδιαμφισβήτητη αναταραχή, μερίδα των εδραιωμένων επιχειρήσεων διατηρεί την ψυχραιμία της. Οι ιδιοκτήτες καφέ σε κορυφαία, κεντρικά σημεία (1A-Standorte) βασίζονται στην τεράστια καθημερινή διέλευση πεζών, η οποία τους εξασφαλίζει σταθερή πελατεία, παρά τις υψηλότερες τιμές. Αντίθετα, η νέα τοποθεσία της Lap Coffee επιλέγει έναν ελαφρώς πιο αποκεντρωμένο δρόμο στο Βελγικό Τετράγωνο (Belgisches Viertel), μια περιοχή ιδιαίτερα αγαπητή στη νεολαία. Η επιλογή αυτή φαίνεται απολύτως στρατηγική, στοχεύοντας άμεσα στο φοιτητικό και μαθητικό κοινό, το οποίο δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ανταπεξέλθει στα κόστη των παραδοσιακών καφέ, όπου μια απλή έξοδος για δύο άτομα συχνά ξεπερνά τα δέκα ευρώ.