Γερμανία – Σε αχαρτογράφητα ύδατα εισέρχεται η κυβερνητική στρατηγική για την οικονομική ανακούφιση των νοικοκυριών, μετά την ηχηρή απόρριψη της προτεινόμενης αφορολόγητης παροχής ύψους 1.000 ευρώ από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat).
Η αρνητική ετυμηγορία των κρατιδίων, η οποία προκάλεσε άμεσες αναταράξεις στον κυβερνητικό συνασπισμό, αναγκάζει πλέον το πολιτικό σύστημα να αναζητήσει κατεπειγόντως νέες φόρμουλες για την αντιστάθμιση του αυξημένου κόστους διαβίωσης. Η επικείμενη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής του συνασπισμού, η οποία έχει προγραμματιστεί για την ερχόμενη Τρίτη, αναμένεται να καθορίσει οριστικά την τύχη του επίμαχου μέτρου, εγείροντας παράλληλα σοβαρά ερωτήματα για το πώς θα καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό και ποιοι τελικά θα επωμιστούν το βάρος της πολυαναμενόμενης φορολογικής μεταρρύθμισης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Απορρίφθηκε από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο το αφορολόγητο μπόνους των 1.000 ευρώ.
- Μόλις 4 από τα 16 κρατίδια υπερψήφισαν το αρχικό κυβερνητικό σχέδιο.
- Οι προτεινόμενες εναλλακτικές περιλαμβάνουν μειώσεις στον φόρο ρεύματος και αύξηση της αποζημίωσης μετακίνησης.
- Το συνολικό δημοσιονομικό κενό από το μέτρο υπολογιζόταν στο 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ.
Αναζητούνται εναλλακτικές λύσεις για τα επιδόματα των πολιτών
Η αποτυχία της αρχικής πρωτοβουλίας, η οποία προέβλεπε ότι οι εργοδότες θα μπορούσαν να καταβάλλουν οικειοθελώς έως και 1.000 ευρώ αφορολόγητα στους υπαλλήλους τους μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 2027, οφείλεται κυρίως στη βαθιά διαφωνία των κρατιδίων σχετικά με την εξεύρεση των απαραίτητων πόρων. Το συγκεκριμένο οικονομικό πλεονέκτημα σχεδιάστηκε αρχικά για να δώσει μια άμεση ανάσα ρευστότητας στους μισθωτούς εν μέσω πληθωριστικών πιέσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μόλις τέσσερις τοπικές κυβερνήσεις έδωσαν τελικά το πράσινο φως, μπλοκάροντας ουσιαστικά ένα μέτρο που είχε ήδη λάβει την τυπική έγκριση του κοινοβουλίου.
Κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του στη Σουηδία, ο Καγκελάριος Friedrich Merz επιχείρησε να υποβαθμίσει την κρίση, αφήνοντας ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο για την επόμενη ημέρα. Υπογράμμισε χαρακτηριστικά πως «θα συζητήσουμε στον συνασπισμό τι άλλο μπορούμε να κάνουμε», αποφεύγοντας ωστόσο να διευκρινίσει εάν η κυβέρνηση προτίθεται να προσφύγει στην ειδική επιτροπή διαμεσολάβησης για να σώσει την αρχική πρόταση. Από την πλευρά του, ο Lars Klingbeil, στο πλαίσιο των διεθνών επαφών του στο Τορόντο, έθεσε ως απόλυτη εθνική προτεραιότητα την εξεύρεση συναινετικών λύσεων με τα κρατίδια και τους κοινωνικούς εταίρους, τονίζοντας πως η πολιτεία οφείλει να αποστείλει ένα άμεσο και σαφές μήνυμα στήριξης προς την κοινωνία, χωρίς να αναλώνεται σε μικροκομματικές συγκρούσεις.
Οι επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης για τη φορολογία
Παρά την κάθετη άρνηση του ανώτατου νομοθετικού οργάνου των κρατιδίων να προχωρήσει στην έγκριση, ανώτερα κυβερνητικά στελέχη διατηρούν ζωντανό το ενδεχόμενο ενσωμάτωσης της οικονομικής παροχής σε ένα ευρύτερο και πιο σύνθετο πακέτο ανακουφιστικών μέτρων. Ο Sebastian Roloff σκιαγράφησε μια σειρά από πιθανές διορθωτικές κινήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να τεθούν άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Σε αυτές περιλαμβάνονται η στοχευμένη αύξηση της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης για τους εργαζόμενους που μετακινούνται καθημερινά, με ορίζοντα εφαρμογής το 2026, η οριζόντια μείωση του φόρου ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και η θέσπιση άμεσων πληρωμών που θα πιστώνονται μέσω του φόρου οχημάτων ή του ετήσιου φόρου εισοδήματος. Η προσέγγιση αυτή στοχεύει στην παράκαμψη των άμεσων δημοσιονομικών εμποδίων που έθεσαν τα κρατίδια.
Την ίδια στιγμή, όμως, εξαιρετικά έντονη είναι η πίεση που ασκείται από τις κλαδικές οργανώσεις και τους επιχειρηματικού φορείς, με τον Σύνδεσμο Φορολογουμένων (Steuerzahlerbund) να ζητά πλέον επιτακτικά την οριστική απόσυρση του φιλόδοξου σχεδίου. Σύμφωνα με δημόσιες τοποθετήσεις, η συγκεκριμένη οργάνωση εκτιμά πως το αποκαλούμενο μπόνους κρίσης πρέπει να ακυρωθεί αμετάκλητα, καθώς προβάλλεται το επιχείρημα πως η συντριπτική πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν θα διέθετε ούτως ή άλλως την απαραίτητη οικονομική ρευστότητα για να το χορηγήσει οικειοθελώς στο προσωπικό της. Ανάλογη ήταν και η στάση ανώτατων τοπικών αξιωματούχων, όπως ο πρωθυπουργός του κρατιδίου Schleswig-Holstein, Daniel Günther, ο οποίος χαρακτήρισε το μέτρο ανεπιτυχές εξ αρχής.
Πώς διαμορφώνεται το νέο πλαίσιο για τους μισθούς
Η τροπή που έχει λάβει η πολιτική αντιπαράθεση για την έκτακτη ενίσχυση των νοικοκυριών λειτουργεί ξεκάθαρα ως προοίμιο για τις επερχόμενες σαρωτικές αλλαγές στο συνολικό σύστημα κρατήσεων της χώρας. Ο συντηρητικός πολιτικός Fritz Güntzler έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας πως η συγκεκριμένη απόρριψη δημιουργεί μια εξαιρετικά βαριά υποθήκη για τη σχεδιαζόμενη φορολογική αναμόρφωση, τονίζοντας πως η άρνηση κάλυψης ενός κενού ύψους 1,1 δισεκατομμυρίου ευρώ ναρκοθετεί ευρύτερες δομικές αλλαγές. Στο επίκεντρο των κρίσιμων συζητήσεων που θα διεξαχθούν κεκλεισμένων των θυρών τοποθετείται πλέον μια ριζική αναδιάρθρωση του φόρου εισοδήματος.
Αυτό το νέο δημοσιονομικό μοντέλο προγραμματίζεται να τεθεί σε πλήρη και καθολική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027, επιδιώκοντας την αποκατάσταση των εισοδηματικών ανισοτήτων. Στόχος του αρμόδιου υπουργείου είναι η μόνιμη και αισθητή ελάφρυνση των μικρών και μεσαίων μισθών, ένα σχέδιο που, ωστόσο, εξαρτάται απολύτως από τη ριζική ανακατανομή των φορολογικών βαρών. Η υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος προϋποθέτει αυξημένη συνεισφορά από τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, με τον Friedrich Merz και τον Markus Söder να εξετάζουν πλέον ανοιχτά το σενάριο αναπροσαρμογής της αποκαλούμενης φορολογίας πλούτου. Η επιλογή αυτή θεωρείται το ύστατο εργαλείο προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη δημοσιονομική σταθερότητα και να χρηματοδοτηθούν οι φοροαπαλλαγές για την πλειοψηφία των εργαζομένων.