Ελβετία – Η συζήτηση γύρω από την ακρίβεια στα ράφια των ελβετικών σούπερ μάρκετ λαμβάνει τέλος, καθώς η ομοσπονδιακή αρχή παρακολούθησης τιμών ολοκλήρωσε την πολυαναμενόμενη έρευνά της για τα περιθώρια κέρδους των μεγάλων αλυσίδων λιανικής.
Στο επίκεντρο της ελεγκτικής διαδικασίας βρέθηκαν οι δύο κυρίαρχοι όμιλοι της χώρας, εξεταζόμενοι για ενδεχόμενη τεχνητή διόγκωση των τιμών εις βάρος των καταναλωτών. Η ετυμηγορία του επόπτη τιμών απαλλάσσει τα δίκτυα από τις κατηγορίες περί καταχρηστικών πρακτικών, αποδίδοντας το αυξημένο κόστος των τροφίμων στις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγοράς και στα δυσθεώρητα λειτουργικά έξοδα. Το πόρισμα αναδιαμορφώνει την οπτική γύρω από το πραγματικό κόστος διαβίωσης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η έρευνα του ομοσπονδιακού επόπτη τιμών δεν εντόπισε καταχρηστικά περιθώρια κέρδους.
- Τα αυξημένα λειτουργικά κόστη ευθύνονται πρωτίστως για τις υψηλές τιμές στα ράφια.
- Η καθαρή κερδοφορία των αλυσίδων παραμένει συγκρίσιμη με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Οι εξειδικευμένες ελβετικές καταναλωτικές συνήθειες αυξάνουν τα έξοδα υποδομών των καταστημάτων.
- Οι ρυθμιστικές αρχές καταγράφουν την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού και τη μείωση τιμών.
Το πόρισμα για τα σούπερ μάρκετ: Γιατί κλείνει η έρευνα στην Ελβετία
Η αυστηρή ελεγκτική διαδικασία που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2023 από τον ομοσπονδιακό επόπτη τιμών, Stefan Meierhans, είχε ως αρχικό έναυσμα την τιμολογιακή πολιτική γύρω από τα βιολογικά προϊόντα, προτού επεκταθεί στο σύνολο του ελβετικού λιανεμπορίου τροφίμων. Αφορμή στάθηκαν οι επανειλημμένες καταγγελίες από προμηθευτές και συνεργάτες των δύο κορυφαίων ομίλων, της Coop και της Migros, οι οποίοι εξέφραζαν έντονες αμφιβολίες για τη δικαιότητα της εμπορικής τους πολιτικής. Έπειτα από δυόμισι χρόνια ενδελεχούς ανάλυσης των οικονομικών δεδομένων, η ρυθμιστική αρχή δημοσιοποίησε τα τελικά της συμπεράσματα μέσα από ένα λιτό ενημερωτικό δελτίο. Η απόφαση να τερματιστεί η διαδικασία παρακολούθησης της αγοράς ελήφθη καθώς δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία που να στοιχειοθετούν αθέμιτη κερδοφορία, διαψεύδοντας τις προσδοκίες όσων ανέμεναν την επιβολή αυστηρών ρυθμιστικών μέτρων.
Η ανάλυση κατέδειξε ότι, μολονότι το ελβετικό λιανεμπόριο χαρακτηρίζεται από έντονη συγκέντρωση και ολιγοπωλιακές δομές, τα καθαρά κέρδη των μεγάλων παικτών δεν αποκλίνουν σημαντικά από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ο κρατικός αξιωματούχος απέφυγε να παραχωρήσει πλήρη άφεση αμαρτιών στους δύο κολοσσούς, υπογραμμίζοντας πως η Coop και η Migros διατηρούν αναμφισβήτητα μια δεσπόζουσα θέση η οποία τους παρέχει ισχυρή διαπραγματευτική ισχύ. Ωστόσο, η έλλειψη σαφών ενδείξεων για κατάχρηση αυτής της ισχύος προς όφελος των τελικών εσόδων τους κατέστησε αδύνατη τη νομική θεμελίωση οποιασδήποτε παρέμβασης. Το κλείσιμο του φακέλου απαλλάσσει τα σούπερ μάρκετ από έναν σημαντικό ρυθμιστικό βραχνά.
Πίσω από τις υψηλές τιμές: Το κόστος λειτουργίας των Coop και Migros
Αντί της τεχνητής διόγκωσης των τιμών, η έκθεση εστιάζει στις εγγενείς παθογένειες και τις ιδιαιτερότητες της ελβετικής οικονομίας, οι οποίες ανεβάζουν κατακόρυφα το κόστος λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων. Η χώρα χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά υψηλό μισθολογικό επίπεδο, ακριβά εμπορικά ακίνητα και αυξημένο ενεργειακό κόστος, παράγοντες που επιβαρύνουν δραματικά την εφοδιαστική αλυσίδα. Σύμφωνα με την εκτίμηση της ρυθμιστικής αρχής, η συνολική αποδοτικότητα του εγχώριου δικτύου διανομής τροφίμων υπολείπεται αισθητά σε σύγκριση με τις γειτονικές ευρωπαϊκές αγορές. Το υψηλό λειτουργικό κόστος λειτουργεί ως βαρίδι, αναγκάζοντας τις εταιρείες να μετακυλίουν το βάρος στις τελικές τιμές καταναλωτή, ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους για τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου αγοράς.
Ένας επιπλέον καθοριστικός παράγοντας που αναδεικνύεται μέσα από την έρευνα σχετίζεται με τις αυξημένες προσδοκίες και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του ελβετικού καταναλωτικού κοινού. Οι κάτοικοι της χώρας απαιτούν υψηλά πρότυπα αισθητικής και εξυπηρέτησης κατά την επίσκεψή τους στα καταστήματα, αναγκάζοντας τις αλυσίδες να επενδύουν υπέρογκα ποσά στην αρχιτεκτονική διαμόρφωση και τη συντήρηση των υποδομών τους. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι κορυφαία δίκτυα επιλέγουν ακριβά φυσικά υλικά, όπως ο γνευσίτης από το καντόνι του Τιτσίνο, για την επίστρωση των δαπέδων τους, προσφέροντας μια αγοραστική εμπειρία που απέχει παρασάγγας από τη λιτή εικόνα των κλασικών ευρωπαϊκών εκπτωτικών καταστημάτων. Η πολυτέλεια της εξυπηρέτησης ενσωματώνεται αναπόφευκτα στο κόστος κάθε προϊόντος.
Η παγίδα του μικτού περιθωρίου και οι απαντήσεις της ελβετικής αγοράς
Η κεντρική διαφωνία που σημάδεψε την περίοδο της έρευνας αφορούσε τον τρόπο υπολογισμού της κερδοφορίας, με τον επόπτη τιμών να δέχεται έντονη κριτική για την αρχική του εστίαση στα μικτά περιθώρια κέρδους. Στον κλάδο του λιανεμπορίου, το μικτό περιθώριο –η διαφορά δηλαδή μεταξύ της τιμής αγοράς από τον παραγωγό και της τελικής τιμής πώλησης στο ράφι– είναι όντως εντυπωσιακά υψηλό στην Ελβετία. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των σούπερ μάρκετ αντέτειναν σθεναρά πως ο συγκεκριμένος δείκτης παραπλανά την κοινή γνώμη, καθώς δεν συνυπολογίζει τα τεράστια ενδιάμεσα κόστη λειτουργίας. Ο επικεφαλής της Coop, Philipp Wyss, αποδόμησε δημόσια την επιχειρηματολογία του επόπτη, καταφεύγοντας σε μια λεπτομερή ανάλυση της εσωτερικής κοστολόγησης του ομίλου.
Βάσει των οικονομικών στοιχείων που παρατέθηκαν, για κάθε εκατό φράγκα που εισπράττει το ταμείο, τα εξήντα εννέα καταλήγουν απευθείας στην αποπληρωμή των προμηθευτών, ενώ τριάντα ένα φράγκα διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη των μισθών, των ενοικίων, των φόρων και της ενέργειας. Μετά την αφαίρεση όλων των εξόδων, το καθαρό κέρδος της αλυσίδας περιορίζεται μόλις στο 1,70 φράγκο. Η συγκεκριμένη καθαρή απόδοση θεωρείται εξαιρετικά ισχνή σε σύγκριση με άλλους βιομηχανικούς κλάδους, δικαιώνοντας εν τέλει τη στάση των ομίλων έναντι των κατηγοριών. Το επιχείρημα αυτό υιοθετήθηκε σιωπηρά από την κρατική αρχή, η οποία αναγνώρισε στο τελικό της κείμενο ότι η απόδοση κεφαλαίου κυμαίνεται σε απολύτως φυσιολογικά επίπεδα.
Η δομή του ελβετικού λιανεμπορίου και η πίεση από τα εκπτωτικά δίκτυα
Το τοπίο της αγοράς τροφίμων παραμένει εγκλωβισμένο σε μια ιδιότυπη ολιγοπωλιακή μορφή, με την επιτροπή ανταγωνισμού (Weko) να έχει διαπιστώσει στο παρελθόν στοιχεία κυριαρχίας, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε επιβολή κυρώσεων. Παρά την είσοδο και τη σταδιακή εδραίωση γερμανικών εκπτωτικών δικτύων όπως η Aldi και η Lidl, τα οποία επιχείρησαν να ανατρέψουν τις ισορροπίες προσφέροντας φθηνότερες εναλλακτικές, η κυριαρχία των εγχώριων κολοσσών δεν κλονίστηκε ουσιαστικά. Οι νέοι παίκτες εξασφάλισαν το δικό τους μερίδιο αγοράς, εντείνοντας τον ανταγωνισμό στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, πλην όμως δεν κατόρθωσαν να αποδομήσουν την προσήλωση του ντόπιου πληθυσμού στα παραδοσιακά κανάλια διανομής. Ο ρυθμός ανάπτυξής τους κρίνεται σταθερός, αλλά εξαιρετικά αργός.
Την ίδια στιγμή, ο σκληρότερος ανταγωνιστής των ελβετικών σούπερ μάρκετ δεν βρίσκεται εντός των συνόρων, αλλά στις γειτονικές χώρες. Το φαινόμενο του διασυνοριακού αγοραστικού τουρισμού, με χιλιάδες καταναλωτές να διασχίζουν καθημερινά τα σύνορα προς τη Γερμανία και τη Γαλλία για να γεμίσουν τα καρότσια τους σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές, ασκεί αφόρητη πίεση στις εγχώριες αλυσίδες. Η μόνιμη αυτή διαρροή κεφαλαίων λειτουργεί ως ο πλέον αποτελεσματικός ρυθμιστικός μηχανισμός, αποτρέποντας τις Coop και Migros από την επιβολή ανεξέλεγκτων αυξήσεων. Ο ανταγωνισμός αυτός, αν και άτυπος, αποτελεί τον ισχυρότερο προστάτη του ελβετικού οικογενειακού προϋπολογισμού, βάζοντας φρένο στις όποιες τάσεις υπερτιμολόγησης.
Ο ρόλος των εκπτώσεων: Ποιο είναι το μέλλον των τιμών στα σούπερ μάρκετ
Παρά τη νομική δικαίωση των μεγάλων λιανεμπόρων, η ομοσπονδιακή αρχή διαβλέπει σαφή περιθώρια για περαιτέρω ανακούφιση των καταναλωτών. Στο επίσημο έγγραφο, ο Stefan Meierhans επισημαίνει ότι η αγορά διαθέτει ακόμη αναξιοποίητες δυνατότητες για στοχευμένες μειώσεις τιμών, παραπέμποντας στον πρόσφατο γύρο επιθετικών προσφορών που καταγράφηκε στην αγορά. Πρωτοβουλίες όπως η διάθεση βασικών αρτοσκευασμάτων από την Aldi σε τιμές κάτω του ενός φράγκου, ή οι σημαντικές εκπτώσεις σε κωδικούς κρέατος, καταδεικνύουν ότι ο πόλεμος των τιμών μπορεί να αποφέρει χειροπιαστά οφέλη, αναγκάζοντας το σύνολο του κλάδου να αναπροσαρμόσει την πολιτική του. Η ένταση αυτού του ανταγωνισμού καταγράφεται ως μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη για τα νοικοκυριά.
Το βασικό ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από την αγορά είναι κατά πόσο αυτή η επιθετική τιμολογιακή πολιτική διαθέτει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ή αν αποτελεί μια πρόσκαιρη τακτική προσέλκυσης πελατών. Οι κρατικοί επόπτες παραμένουν επιφυλακτικοί ως προς την ικανότητα του συστήματος να διατηρήσει μόνιμα συμπιεσμένες τιμές, δεδομένων των άκαμπτων εξόδων λειτουργίας. Βραχυπρόθεσμα, δεν αναμένονται ριζικές ανατροπές στον χάρτη της αγοράς, με τους παραδοσιακούς παίκτες να διατηρούν την ηγεμονία τους έξω από το στενό πλαίσιο των υπερ-εκπτωτικών καταστημάτων. Η συνεχιζόμενη παρακολούθηση της εμπορικής δραστηριότητας θα κρίνει εάν οι μειώσεις αποτελούν στρατηγική επιλογή ή έναν προσωρινό ελιγμό μάρκετινγκ.