Ελβετία – Μια βαθιά και εντεινόμενη ρήξη στο εσωτερικό της ελβετικής κοινωνίας καταγράφουν τα πλέον πρόσφατα στατιστικά δεδομένα, φέρνοντας στο φως την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στο εφαρμοζόμενο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο.
Τα αποτελέσματα μιας εκτενούς δημοσκοπικής έρευνας που είδε το φως της δημοσιότητας τη Δευτέρα 27 Απριλίου 2026, καταδεικνύουν ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού βιώνει ένα καθεστώς έντονης συστημικής αδικίας, το οποίο τροφοδοτείται αδιάκοπα από την αδυσώπητη πίεση του κόστους διαβίωσης. Η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών δεικτών για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αποδομεί σταδιακά το αφήγημα της απόλυτης ευημερίας. Το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας βρίσκεται πλέον υπό έντονη αμφισβήτηση.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Έρευνα σε δείγμα 2.000 πολιτών καταγράφει δραματική πτώση του αισθήματος δικαιοσύνης στη χώρα.
- Το ποσοστό όσων νιώθουν ότι αντιμετωπίζονται δίκαια κατέρρευσε στο 56% έναντι 68% το 2024.
- Οι δυσβάσταχτες αυξήσεις στα ενοίκια και τα ασφάλιστρα υγείας εξουθενώνουν τα νοικοκυριά.
Το χάσμα των εισοδημάτων: Πώς ο πληθωρισμός διαλύει την κοινωνική συνοχή
Η αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης αποτυπώνεται με τα μελανότερα χρώματα στα ευρήματα του ερευνητικού ινστιτούτου GFS Bern, το οποίο διεξήγαγε τη μελέτη για λογαριασμό του ειδησεογραφικού μέσου Beobachter. Από το προσεκτικά επιλεγμένο δείγμα των περίπου 2.000 συμμετεχόντων, το ένα τρίτο των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει την κρατική λειτουργία ως μάλλον άδικη, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό της τάξης του 18% δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν υφίσταται καμία απολύτως μορφή κοινωνικής δικαιοσύνης στη χώρα. Η διαστρωμάτωση των απαντήσεων αποκαλύπτει μια απόλυτη συσχέτιση μεταξύ του προσωπικού πλούτου και της ικανοποίησης από τους θεσμούς, με τους ερευνητές να εντοπίζουν μια άνευ προηγουμένου διεύρυνση της κοινωνικής ψαλίδας από το καλοκαίρι του 2024. Η οικονομική επιφάνεια καθορίζει πλέον απόλυτα την εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κεντρική διοίκηση.
Η ανάλυση των επιμέρους δεδομένων δείχνει ότι τα άτομα με περιορισμένους οικονομικούς πόρους αισθάνονται κατάφωρα περιθωριοποιημένα από τις κρατικές δομές, καθώς οι μισθολογικές ανισότητες διογκώνονται ασταμάτητα. Συγκεκριμένα, ενώ τα δύο τρίτα των πολιτών που ανήκουν στα υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια ατενίζουν το μέλλον με περισσή αισιοδοξία και ικανοποίηση, τα τρία τέταρτα των χαμηλόμισθων εργαζομένων βιώνουν μια εντελώς διαφορετική, εξαιρετικά σκληρή καθημερινότητα. Σύμφωνα με όσα φέρεται να επισήμανε η αναλύτρια Cloé Jans από το GFS Bern, η βασική αιτία αυτής της δυσαρέσκειας επικεντρώνεται στο διαρκές ερώτημα για το ποιος επωμίζεται τελικά το δυσβάσταχτο βάρος των κρατικών δαπανών, ενώ ταυτόχρονα το ατομικό πορτοφόλι συμπιέζεται δραματικά υπό το βάρος των φόρων. Το διαχρονικό ιδεολόγημα που συνέδεε τη σκληρή εργασία με την εξασφαλισμένη ευημερία καταρρέει σταδιακά.
Η ακριβή δικαιοσύνη: Οι ανεξέλεγκτες αυξήσεις που οδηγούν σε αδιέξοδο
Το μείζον ζήτημα της επιβίωσης δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις καθημερινές αγορές τροφίμων, αλλά αγγίζει τους πιο θεμελιώδεις πυλώνες της ελβετικής διαβίωσης, όπως τα ανεξέλεγκτα ενοίκια, οι ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα ασφάλιστρα των ταμείων υγείας (Krankenkassen) και η αβεβαιότητα γύρω από το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα (AHV). Οι πολίτες παρακολουθούν με έκδηλη αγωνία τις πολιτικές διαμάχες γύρω από δημόσια έργα πολλών δισεκατομμυρίων φράγκων, την ίδια στιγμή που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις βασικές στεγαστικές τους υποχρεώσεις. Παράλληλα με τις έντονες ανησυχίες για την προστασία του περιβάλλοντος και την ισότητα στους χώρους εργασίας, ένα συντριπτικό ποσοστό της τάξης του 81% των συμμετεχόντων εκφράζει τον έντονο προβληματισμό του για τις υπέρογκες οικονομικές απαιτήσεις των νομικών διαδικασιών. Το αίσθημα της ανασφάλειας κυριαρχεί πλέον σε ολόκληρη την επικράτεια.
Η εξωφρενική δαπάνη που απαιτείται για την ανάθεση υποθέσεων σε δικηγόρους και η κάλυψη των υπέρογκων δικαστικών εξόδων έχει εδραιώσει σε πολλούς την πεποίθηση ότι η νομική προστασία αποτελεί πλέον προνόμιο αποκλειστικά όσων διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα. Παρά την έντονη απογοήτευση και το διάχυτο αίσθημα αδικίας σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, οι θεσμικοί πυρήνες του κράτους φαίνεται να αντέχουν τους κραδασμούς, διατηρώντας ένα ικανοποιητικό επίπεδο αποδοχής από το ευρύ κοινό. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι, παρότι οι ιδεολογικές συγκρούσεις βρίσκονται στο απόγειό τους, η πλειοψηφία του πληθυσμού εξακολουθεί να στηρίζεται στις ακλόνητες αξίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της ατομικής ελευθερίας και του εκπαιδευτικού συστήματος. Η θεσμική σταθερότητα αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στην πλήρη κατάρρευση της κοινωνικής εμπιστοσύνης.