Ελβετία – Ακόμη και ποσοστό 55% υπέρ των νέων διμερών συμφωνιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να μην αρκεί για την έγκρισή τους, εφόσον απαιτηθεί και πλειοψηφία των καντονιών.
Σύμφωνα με προσομοιώσεις του ερευνητικού γραφείου Sotomo, η πιθανότητα επίτευξης αυτής της δεύτερης πλειοψηφίας με 55% «ναι» είναι περίπου 50%. Για να αυξηθεί στο 95%, η λαϊκή αποδοχή θα πρέπει να πλησιάσει το 58%.
Η ανάλυση εκπονήθηκε για την Economiesuisse, ενώ στο ελβετικό ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο συνεχίζεται η πολιτική και νομική αντιπαράθεση για το πώς θα τεθούν σε ψηφοφορία οι συμφωνίες, γνωστές ως Bilateralen III. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα αρκεί η πλειοψηφία των ψηφοφόρων ή αν θα χρειάζεται επιπλέον το λεγόμενο Ständemehr, δηλαδή η πλειοψηφία των σταθμισμένων ψήφων των καντονιών.
Τι δείχνουν οι προσομοιώσεις για το 52%, το 55% και το 58%
Οι ερευνητές συνδύασαν αποτελέσματα προηγούμενων ελβετικών ψηφοφοριών για τις σχέσεις με την Ευρώπη με στοιχεία δημοσκοπήσεων για τις νέες συμφωνίες. Εξέτασαν διαφορετικές κατανομές της θετικής ψήφου μεταξύ των καντονιών, επειδή δεν υπάρχει ένα σταθερό πανεθνικό ποσοστό που να εγγυάται αυτομάτως το Ständemehr.
Στο μοντέλο της Sotomo, με 52% θετικές ψήφους, η πλειοψηφία των καντονιών εξασφαλίζεται μόλις σε 5 από τα 100 σενάρια. Με 55%, οι πιθανότητες είναι περίπου μοιρασμένες. Αν το «ναι» πλησιάσει το 58%, το απαιτούμενο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται σε 95 από τα 100 σενάρια. Πρόκειται για υπολογισμένες πιθανότητες στο πλαίσιο της μελέτης και όχι για θεσμοθετημένο όριο έγκρισης ή βεβαιότητα σχετικά με την έκβαση μελλοντικού δημοψηφίσματος.
Η διαφορά εξηγείται από την κατανομή των ψήφων. Όταν οι απόψεις των μεγαλύτερων αστικών περιοχών αποκλίνουν έντονα από εκείνες των μικρότερων και περισσότερο αγροτικών καντονιών, μια σαφής πανεθνική πλειοψηφία μπορεί να μη συνοδεύεται από αντίστοιχη πλειοψηφία καντονιών. Σε οριακές περιπτώσεις, λίγες ψήφοι σε μικρά καντόνια μπορούν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.
Το παράδειγμα του 1992 και οι διαφορετικές ευρωπαϊκές ψηφοφορίες
Η χαρακτηριστικότερη ιστορική περίπτωση είναι το δημοψήφισμα του 1992 για την ένταξη στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ). Η πρόταση συγκέντρωσε 49,7% «ναι» σε εθνικό επίπεδο, αλλά μόλις 7 από τις 23 σταθμισμένες ψήφους των καντονιών, πολύ κάτω από τις 12 που θα απαιτούνταν για πλειοψηφία. Η Sotomo υπολόγισε ότι, με την τότε γεωγραφική κατανομή της ψήφου, θα χρειαζόταν πανεθνική αποδοχή 59,8% για να επιτευχθεί το Ständemehr.
Παρόμοια υψηλό υπολογισμένο όριο καταγράφεται στη μελέτη για την ψηφοφορία του 2001 σχετικά με την άμεση έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ. Σε άλλες ευρωπαϊκές ψηφοφορίες, το αντίστοιχο όριο κυμάνθηκε μεταξύ 51,6% και 55,2%.
Η ανάλυση διαπιστώνει ότι οι εντονότερες αποκλίσεις εμφανίζονται σε θεσμικά ζητήματα στενότερης σύνδεσης με την ΕΕ, περισσότερο απ’ ό,τι σε ειδικότερες διαφωνίες, όπως εκείνες για τη μετανάστευση. Ως βασικό παράγοντα περιγράφει τις διαφορές μεταξύ αγροτικών, γερμανόφωνων καντονιών από τη μία πλευρά και αστικών ή γαλλόφωνων περιοχών από την άλλη. Για την ψηφοφορία του 2022 σχετικά με την προστασία των συνόρων, όπου είχε εκδηλωθεί αντίσταση από την αριστερά, η μελέτη δεν εντόπισε απόκλιση ανάμεσα στη λαϊκή και στην καντονιακή πλειοψηφία.
Η απόφαση του Κοινοβουλίου και το πολιτικό δίλημμα
Κατά την εκτίμηση των συντακτών της μελέτης, η απαίτηση διπλής πλειοψηφίας θα μείωνε ουσιαστικά τις πιθανότητες έγκρισης των Bilateralen III. Η έρευνα δεν αποφαίνεται, ωστόσο, για το ποιος κανόνας ψηφοφορίας είναι νομικά ή πολιτικά ορθότερος· αυτό παραμένει αντικείμενο αντιπαράθεσης στο Κοινοβούλιο.
Το δίλημμα αφορά δύο διαφορετικές μορφές δημοκρατικής νομιμοποίησης: ένα αποτέλεσμα υπέρ των συμφωνιών με οριακή λαϊκή πλειοψηφία, παρά τις αντιρρήσεις πολλών καντονιών, ή την απόρριψή τους από την πλειοψηφία των καντονιών, παρότι θα έχουν εγκριθεί από σαφή πλειοψηφία των ψηφοφόρων. Στην Ελβετία υπάρχουν συνολικά 23 σταθμισμένες καντονιακές ψήφοι, επειδή τα πρώην ημικαντόνια εξακολουθούν να υπολογίζονται με μισή ψήφο το καθένα.
Η κοινοβουλευτική απόφαση για τον τρόπο της ψηφοφορίας αναμένεται, σύμφωνα με το αναφερόμενο χρονοδιάγραμμα, τον Δεκέμβριο ή τον Μάρτιο. Μέχρι τότε, το εάν θα απαιτηθεί το Ständemehr παραμένει ανοιχτό.