Ελβετία – Σε σοβαρές περιπέτειες μπαίνει το σχέδιο ενίσχυσης της ελβετικής αεράμυνας, καθώς το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας (VBS) ανακοίνωσε απρόσμενη καθυστέρηση στην προμήθεια του συστήματος «Bodluv GR2».
Μετά το αμερικανικό «φρένο» στην παράδοση των πυραύλων Patriot, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, η Βέρνη αναζητούσε επειγόντως εναλλακτική λύση, ωστόσο η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης για τη χρηματοδότηση ανατρέπει πλέον και τα νέα χρονοδιαγράμματα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στην Ουκρανία, καθυστερώντας την παράδοση των Patriot στην Ελβετία κατά 5 έως 7 χρόνια.
- Το ελβετικό κοινοβούλιο μπλόκαρε τις επείγουσες διαδικασίες χρηματοδότησης του συστήματος «Bodluv GR2».
- Σε διπλωματικό σταυροδρόμι η χώρα, καθώς καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε γαλλικό και ισραηλινό αντιπυραυλικό σύστημα.
Κενά στην αντιπυραυλική ομπρέλα
Η Ελβετία αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή σημαντικό κενό στην προστασία της από βαλλιστικούς πυραύλους. Σύμφωνα με πηγές του ελβετικού στρατού, κρίσιμες υποδομές, όπως το Ομοσπονδιακό Μέγαρο στη Βέρνη, το αεροδρόμιο της Ζυρίχης και βασικοί κόμβοι του δικτύου ηλεκτροδότησης στο Λάουφενμπουργκ, παραμένουν εξαιρετικά ευάλωτες σε περίπτωση εναέριας επίθεσης.
Αυτό το κενό ασφαλείας αναμενόταν να καλυφθεί από την παραλαβή του αμερικανικού συστήματος Patriot στα τέλη του 2028. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στην παράδοση των συστημάτων αυτών στην Ουκρανία. Αυτό σημαίνει ότι το ελβετικό κράτος θα πρέπει να περιμένει 5 έως 7 χρόνια επιπλέον, ενώ το τελικό κόστος απόκτησης αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα.
Το «ναυάγιο» του Δεκεμβρίου
Για να καλυφθεί η αδυναμία των Patriot, η κυβέρνηση επιχείρησε να επισπεύσει την απόκτηση του συμπληρωματικού συστήματος «Bodluv GR2». Το ελβετικό Υπουργείο Άμυνας σκόπευε να ολοκληρώσει τις διαδικασίες αγοράς μέχρι το τέλος του 2026. Το σχέδιο όμως «σκόνταψε» στο Εθνικό Συμβούλιο, το οποίο αρνήθηκε να συζητήσει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος το πακέτο πρόσθετης χρηματοδότησης για τον στρατό κατά τη χειμερινή σύνοδο.
Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε το υπουργείο να ενημερώσει τους δύο εναπομείναντες υποψήφιους προμηθευτές, από τη Γαλλία και το Ισραήλ, ότι η διαδικασία θα καθυστερήσει αρκετούς μήνες, ζητώντας τους να διατηρήσουν σε ισχύ τις προσφορές τους, χωρίς ωστόσο να είναι βέβαιο αν οι εταιρείες θα διατηρήσουν τις αρχικές τιμές, δεδομένης της τεράστιας παγκόσμιας ζήτησης.
Το δίλημμα μεταξύ Παρισιού και Τελ Αβίβ
Η καθυστέρηση δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα, καθώς η τελική επιλογή κατασκευαστή κρύβει πολιτικές παγίδες. Η υπηρεσία εξοπλισμών Armasuisse φέρεται να προκρίνει το ισραηλινό σύστημα. Όμως, η επιλογή αυτή συναντά σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας. Ο βουλευτής του Ελβετικού Λαϊκού Κόμματος (SVP), Ζαν-Λικ Αντόρ, απορρίπτει την ισραηλινή λύση επικαλούμενος τη στρατιωτική ουδετερότητα της Ελβετίας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ εξέφρασε και τον φόβο ότι το Ισραήλ ίσως κρατήσει τα συστήματα για δική του χρήση. Από την πλευρά του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SP), η Φραντσίσκα Ροτ αμφισβητεί ανοιχτά την πραγματική χρησιμότητα ενός τέτοιου συστήματος απέναντι στο τεράστιο κόστος του.
Στον αντίποδα, η επιλογή του γαλλικού συστήματος φέρνει διπλωματικούς κινδύνους. Η Ελβετία είχε ήδη απορρίψει τα γαλλικά μαχητικά Rafale επιλέγοντας τα αμερικανικά F-35, και μια νέα απόρριψη γαλλικού εξοπλισμού θα μπορούσε να ψυχράνει περαιτέρω τις σχέσεις με το Παρίσι, την ώρα που το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο έχει δεσμευτεί στρατηγικά να αυξήσει τις αμυντικές αγορές εντός Ευρώπης.
Το ελβετικό Υπουργείο Άμυνας πάντως διαψεύδει τις ανησυχίες ότι οι καθυστερήσεις θα πλήξουν τη φήμη της χώρας στη διεθνή αμυντική βιομηχανία, υπογραμμίζοντας ότι οι κατασκευαστές είναι απολύτως εξοικειωμένοι με τις πολύπλοκες πολιτικές διαδικασίες της Ελβετίας.
Με πληροφορίες από: Blick, Nau.ch