Ηνωμένο Βασίλειο – Κλιμακώνεται η συνταγματική σύγκρουση στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς οι πολιτικοί ηγέτες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας προχώρησαν στην υπογραφή κοινής διακήρυξης διεκδικώντας επίσημα το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Η πρωτοφανής αυτή σύμπραξη των τοπικών κυβερνήσεων ασκεί έντονη πίεση στο Λονδίνο, θέτοντας ως απώτερο στρατηγικό στόχο την απόσχιση και τη μελλοντική επανένταξη των τριών εθνών στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το 1999 αποτελεί τη χρονιά-ορόσημο για την εγκαθίδρυση των θεσμών αυτονομίας στις τρεις περιοχές.
- Το Σιν Φέιν θέτει ως καταληκτικό χρονικό ορίζοντα το 2030 για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας.
- Το 55% των ψηφοφόρων στη Σκωτία είχε ταχθεί κατά της απόσχισης στο ιστορικό δημοψήφισμα του 2014.
Το ιστορικό σύμφωνο του Κάρντιφ και οι αμερικανικές παρεμβάσεις
Διαμορφώνοντας ένα κοινό μέτωπο απέναντι στην κεντρική βρετανική διοίκηση, οι επικεφαλής των εθνών συναντήθηκαν στο Κάρντιφ προκειμένου να συντονίσουν τα επόμενα βήματά τους, αξιοποιώντας τη συγκυρία κατά την οποία και οι τρεις περιοχές κυβερνώνται από παρατάξεις που υποστηρίζουν την απόσχιση.
Το συγκεκριμένο πολιτικό σκηνικό καταγράφεται για πρώτη φορά μετά την έναρξη της διαδικασίας αποκέντρωσης στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, σηματοδοτώντας μια θεαματική αλλαγή των εσωτερικών ισορροπιών.
Η συνάντηση των εθνικιστών ηγετών πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά τις τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε ανοιχτά ως εξαιρετικά θετικό το ενδεχόμενο μιας ενοποίησης της Ιρλανδίας, προκαλώντας αίσθηση στο βρετανικό πολιτικό κατεστημένο.
Εκπροσωπώντας τη Βόρεια Ιρλανδία, η πρωθυπουργός Μισέλ Ο’ Νιλ υπογράμμισε πως οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου αποδεικνύουν την παγκόσμια απήχηση που αποκτά πλέον η συζήτηση για την ανεξαρτησία.
Τα διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και το βρετανικό αδιέξοδο
Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, ο επικεφαλής του βρετανικού κόμματος Plaid Cymru, Ριν απ Γιόρουερθ, υποδέχτηκε τον ηγέτη του Σκωτικού Εθνικού Κόμματος (SNP) Τζον Σουίνι και την πρόεδρο του Σιν Φέιν Μαίρη Λου ΜακΝτόναλντ, υπογράφοντας ένα κείμενο που ζητά άμεσες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Brexit.
Αναφορικά με τα χρονοδιαγράμματα, η σκωτσέζικη πλευρά εκτιμά πως οι πολίτες θα πρέπει να κληθούν να αποφασίσουν για το μέλλον τους μέσα στην προσεχή πενταετία, ενώ στον αντίποδα, οι εκπρόσωποι της Ουαλίας προσεγγίζουν το ζήτημα της αυτοδιάθεσης ως έναν πιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, επιλέγοντας να αφήσουν την τελική κρίση στον λαό.
Απέναντι σε αυτές τις συντονισμένες διεκδικήσεις, η κεντρική κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε σενάριο προσφυγής στις κάλπες, ακολουθώντας την αυστηρή γραμμή των προκατόχων της μετά την αποτυχημένη απόπειρα ανεξαρτητοποίησης πριν από μία δεκαετία.
Η στάση του Ουεστμίνστερ και οι πολιτικές προεκτάσεις της συμμαχίας
Αναλύοντας τις προθέσεις του Λονδίνου, η Ντάουνινγκ Στριτ ξεκαθάρισε την περασμένη εβδομάδα πως ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ πιστεύει σθεναρά στη διατήρηση της κρατικής ενότητας, προτάσσοντας ως αντισταθμιστική λύση την ενίσχυση του μοντέλου της αποκέντρωσης.
Ωστόσο, η ουαλική ηγεσία απάντησε άμεσα τονίζοντας πως η εκχώρηση εξουσιών σε ένα ολόκληρο έθνος διαφέρει ριζικά από τη διοικητική αναδιάρθρωση μιας αγγλικής περιφέρειας ή μιας μεγάλης πόλης.
Αξιολογώντας τη νέα πολιτική πραγματικότητα, ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Αμπερντίν, Μάικλ Κίτινγκ, επισήμανε τη μεγάλη σημασία της ανοιχτής συμπόρευσης των σκωτσέζικων και ουαλικών δυνάμεων με το Σιν Φέιν, καθώς στο παρελθόν απέφευγαν την ταύτιση εξαιτίας των στενών δεσμών του ιρλανδικού κόμματος με τον IRA, παρόλο που η κίνηση αυτή δεν αναμένεται να μεταβάλει τη σκληρή στάση της βρετανικής πρωτεύουσας.