Ελλάδα – Έντονο προβληματισμό προκαλούν τα νέα δεδομένα σχετικά με την ψυχολογική πίεση και την αποστασιοποίηση στους χώρους εργασίας, καθώς οι αγχωμένοι εργαζόμενοι αποτελούν πλέον ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την έκθεση State of the Global Workplace για το 2026 από την εταιρεία συμβούλων διοίκησης Gallup, αναδεικνύεται μια σύνθετη εικόνα για τους ευρωπαίους επαγγελματίες, οι οποίοι παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο.
Το παγκόσμιο ποσοστό δέσμευσης υποχωρεί δραματικά, δημιουργώντας σοβαρές παρενέργειες στην παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, με τις μετρήσεις να δείχνουν ότι το ποσοστό των αφοσιωμένων υπαλλήλων παγκοσμίως έχει κατρακυλήσει στο 20%, σημειώνοντας το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2020.
Η πτώση αυτή καταγράφεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, με τη Νότια Ασία να εμφανίζει τη μεγαλύτερη μείωση της τάξης των πέντε μονάδων, επιβεβαιώνοντας πως καμία περιοχή του πλανήτη δεν αύξησε την εργασιακή δέσμευση το τελευταίο έτος.
Το συγκεκριμένο φαινόμενο προκαλεί σοβαρούς τριγμούς στην παγκόσμια οικονομία, καθώς η απώλεια από την μειωμένη παραγωγικότητα εκτιμάται ότι αγγίζει έως και το 9% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.
Η έρευνα, η οποία ανέλυσε δεδομένα από 160 χώρες, φέρνει στο φως μια εντυπωσιακή διχοτόμηση ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς διαθέτουν το πιο αφοσιωμένο εργατικό δυναμικό, διατηρώντας ταυτόχρονα και τα υψηλότερα επίπεδα στρες, ενώ η ευρωπαϊκή ήπειρος παραμένει για έκτη συνεχόμενη χρονιά η περιοχή με τη μικρότερη δέσμευση, αν και συνολικά λιγότερο αγχωμένη.
Το προφίλ των πιεσμένων υπαλλήλων και τα ποσοστά ρεκόρ
Παρά τη γενική εικόνα της Ευρώπης ως ηπείρου με χαμηλότερο στρες συνολικά, η κατάσταση στα κράτη του ευρωπαϊκού νότου διαφέρει ριζικά, αναδεικνύοντας ένα σημαντικό χάσμα στο εσωτερικό της γηραιάς ηπείρου.
Ειδικότερα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση, με το 61% του εργατικού δυναμικού να αναφέρει σταθερά υψηλά επίπεδα καθημερινής πίεσης στον χώρο εργασίας.
Ακολουθούν στενά η Μάλτα με 57% και η Κύπρος με 56%, ενώ την πεντάδα των πιο επιβαρυμένων χωρών συμπληρώνουν η Ιταλία με 51% και η Ισπανία με 47%.
Στον αντίποδα αυτής της κλίμακας, τα χαμηλότερα επίπεδα εργασιακού άγχους εντοπίζονται στους υπαλλήλους της Δανίας, όπου το σχετικό ποσοστό αγγίζει μόλις το 19%.
Αντίστοιχα χαμηλά είναι τα μεγέθη στην Πολωνία με 22% και στη Λιθουανία με 23%, αποτυπώνοντας ένα πιο ισορροπημένο εργασιακό κλίμα στις συγκεκριμένες περιοχές.
Η αναλυτική εξέταση των δημογραφικών και επαγγελματικών χαρακτηριστικών αποκαλύπτει ότι οι εργαζόμενοι που βιώνουν τη μεγαλύτερη και πιο έντονη πίεση τείνουν να κατέχουν διευθυντικές θέσεις, ανήκουν συνήθως στην ηλικιακή κατηγορία κάτω των 35 ετών και απασχολούνται μέσω υβριδικών μοντέλων εργασίας.
Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η μετάβαση σε νέα μοντέλα απασχόλησης και η ανάληψη ευθυνών διοίκησης σε νεαρή ηλικία φαίνεται να συνοδεύονται από αυξημένα βάρη, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά απαιτητικό πλαίσιο για τη συγκεκριμένη ομάδα επαγγελματιών.
Η εξάπλωση της σιωπηρής παραίτησης και τα χαμηλά κίνητρα
Παράλληλα με το έντονο άγχος, το κρίσιμο ζήτημα της ελλιπούς εργασιακής συμμετοχής και της έλλειψης κινήτρων λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Οι χώρες που καταγράφουν τα πλέον αρνητικά ποσοστά δέσμευσης είναι η Κροατία και η Πολωνία, όπου μόλις το 7% των υπαλλήλων δηλώνουν αφοσιωμένοι στο αντικείμενό τους.
Στο ίδιο φάσμα κινούνται η Γαλλία και η Ελβετία με 8%, ενώ το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και η Αυστρία καταγράφουν μόλις 9%.
Η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζουν οριακά ποσοστά της τάξης του 10%, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία ακολουθούν από κοντά με 11%, ξεπερνώντας μετά βίας το διψήφιο όριο.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη σταδιακή αποξένωση διαδραματίζει η επιδείνωση της λεγόμενης «σιωπηρής παραίτησης», καθώς τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι ένα επιπλέον 15% των εργαζομένων δηλώνει ρητά πως είναι ενεργά αποστασιοποιημένο, διακόπτοντας με συνειδητό και σκόπιμο τρόπο την ψυχολογική του σύνδεση με την εταιρική ομάδα και τον εργοδότη.
Αντίθετα, θετικές εξαιρέσεις με υψηλότερα επίπεδα αφοσίωσης εντοπίζονται στην Αλβανία με 32%, στη Ρουμανία με 31%, καθώς και στη Σουηδία και τη Μάλτα με 25%.
Το προφίλ όσων αποστασιοποιούνται περιλαμβάνει συνήθως άτομα κάτω των 35 ετών, χωρίς διευθυντικά καθήκοντα και χωρίς καμία πρόσβαση σε τηλεργασία, ούτε καν σε μερικό επίπεδο, αν και η μελέτη υπογραμμίζει πως οι διαφορές με άλλα δημογραφικά προφίλ παραμένουν μικρές.
Αισιοδοξία και ποιότητα ζωής στον ευρωπαϊκό χώρο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον προκλήσεων, όπου οι αλλαγές από την τεχνητή νοημοσύνη και η γενικότερη παγκόσμια αστάθεια επαναπροσδιορίζουν τα δεδομένα, προκύπτουν και θετικές ενδείξεις για την ευημερία.
Παρά τη μειωμένη επαγγελματική δέσμευση, περίπου το 49% των εργαζομένων στην ευρωπαϊκή ήπειρο δηλώνει ότι διανύει μια περίοδο άνθησης και προόδου στην προσωπική του ζωή, ξεπερνώντας αισθητά το αντίστοιχο παγκόσμιο ποσοστό που ανέρχεται στο 34%.
Η Ευρώπη, μαζί με τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, κατέγραψαν μάλιστα τη μεγαλύτερη αύξηση σε αυτόν τον δείκτη, προσθέτοντας δύο μονάδες και ενισχύοντας την εικόνα βελτίωσης στις μισές περιοχές του πλανήτη.
Στην κορυφή αυτής της κλίμακας ευτυχίας βρίσκονται κυρίως οι σκανδιναβικές χώρες, με τη Φινλανδία να προηγείται με 81%, ακολουθούμενη στενά από την Ισλανδία και τη Δανία, αμφότερες με 78%.
Ταυτόχρονα, η πλειοψηφία των Ευρωπαίων παραμένει ιδιαίτερα αισιόδοξη για το εργασιακό της μέλλον, καθώς το 57% θεωρεί ότι η τρέχουσα περίοδος είναι καλή για την εύρεση εργασίας, ξεπερνώντας τον παγκόσμιο μέσο όρο του 52%.
Η Ολλανδία καταγράφει το υψηλότερο αίσθημα σιγουριάς με 86%, σε πλήρη αντίθεση με τη Σλοβακία που περιορίζεται στην τελευταία θέση με 32%.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η πιο αισιόδοξη γεωγραφική ζώνη παραμένει η Νοτιοανατολική Ασία με 64%, ενώ αντίθετα, οι εργαζόμενοι στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική εμφανίζονται ως οι λιγότερο θετικοί, με το αντίστοιχο ποσοστό να σταματά στο 36%.