Ελλάδα – Αντιμέτωπος με ένα πρωτοφανές κύμα ελλείψεων σε ανθρώπινο δυναμικό βρίσκεται για ακόμη μία χρονιά ο εγχώριος τουριστικός κλάδος, με τις κενές θέσεις εργασίας σε καταλύματα και επιχειρήσεις εστίασης να αγγίζουν τις ογδόντα χιλιάδες.
Το διογκούμενο πρόβλημα της στελέχωσης απειλεί άμεσα την ομαλή εκκίνηση της τουριστικής περιόδου, αναγκάζοντας πολλές ξενοδοχειακές μονάδες να μεταθέσουν τις ημερομηνίες έναρξης της λειτουργίας τους.
Το φαινόμενο, το οποίο έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις κατά την περίοδο της πανδημίας και εντεύθεν, έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον μεταξύ των επιχειρηματιών.
Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν το απαραίτητο προσωπικό, οι εργοδότες καταφεύγουν σε επιθετικές πρακτικές προσέλκυσης, προσφέροντας αυξημένες οικονομικές απολαβές που κυμαίνονται από διακόσια έως τριακόσια ευρώ επιπλέον, καθώς και συμβάσεις μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας.
Οι ανάγκες εντοπίζονται σε όλο το φάσμα της εξυπηρέτησης, από σερβιτόρους, λαντζέρηδες και μάγειρες, μέχρι εξειδικευμένους σεφ, καμαριέρες και υπαλλήλους υποδοχής.
Την ίδια στιγμή, οι προσπάθειες κάλυψης των κενών μέσω της μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες αποδεικνύονται ανεπαρκείς.
Παρότι για την τρέχουσα περίοδο έχουν εγκριθεί περίπου εννέα χιλιάδες πεντακόσιες θέσεις στον τομέα του τουρισμού, τα γραφειοκρατικά εμπόδια και οι χρονοβόρες διαδικασίες περιορίζουν δραματικά την τελική έλευση των ξένων εργατών.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που προκύπτουν από την αγορά, από το σύνολο των εγκεκριμένων αιτήσεων, μόλις το εξήντα τοις εκατό των εργαζομένων καταφέρνει τελικά να φτάσει στη χώρα για να αναλάβει τα καθήκοντά του, αφήνοντας τις επιχειρήσεις χωρίς το αναγκαίο δυναμικό τη στιγμή της κορύφωσης της ζήτησης.
Νέα νομοθετικά δεδομένα και η πρόκληση των εξειδικευμένων στελεχών
Η τρέχουσα τουριστική περίοδος εισάγει νέα δεδομένα ως προς τη διαχείριση των μετακλήσεων, με κυριότερο την εφαρμογή του πρόσφατου νομοθετικού πλαισίου από το αρμόδιο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.
Η νέα ρύθμιση επιχειρεί να εξορθολογίσει τις διαδικασίες, θέτοντας ένα αυστηρό χρονικό όριο ενενήντα ημερών για την άφιξη του ξένου προσωπικού.
Αυτή η παρέμβαση στοχεύει στον περιορισμό των τεράστιων καθυστερήσεων του παρελθόντος, όπου η ολοκλήρωση της γραφειοκρατίας απαιτούσε έως και έξι μήνες.
Το στοίχημα πλέον έγκειται στην ικανότητα των προξενικών αρχών να εκδώσουν τις απαραίτητες θεωρήσεις εισόδου εντός αυτού του τριμήνου. Παράλληλα, διαφοροποιείται ποιοτικά η ζήτηση, καθώς εντοπίζονται κρίσιμες ελλείψεις σε θέσεις υψηλής εξειδίκευσης.
Όπως υπογραμμίζει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στον Επισιτισμό και τον Τουρισμό, Γιώργος Χότζογλου, ενώ οι ανάγκες για προσωπικό χαμηλών προσόντων σε τομείς όπως η καθαριότητα και οι βοηθητικές εργασίες μπορούν να καλυφθούν μέσω μετακλήσεων, το πρόβλημα παραμένει οξύ στις εξειδικευμένες ειδικότητες.
Οι ξενοδοχειακές μονάδες δυσκολεύονται να βρουν έμπειρους επαγγελματίες για θέσεις όπως υπεύθυνοι οροφοκομίας, εξειδικευμένοι μάγειρες, επαγγελματίες μπαρμέν, τεχνικοί συντήρησης και υπάλληλοι υποδοχής, με τις επιλογές από το εξωτερικό να είναι εξαιρετικά περιορισμένες για αυτές τις κατηγορίες.
Οι πιέσεις στις προξενικές αρχές και το οικονομικό κόστος
Σημαντικές καθυστερήσεις εντοπίζονται στη λειτουργία των προξενικών αρχών, ειδικά σε χώρες υψηλής προσφοράς εργατικού δυναμικού όπως η Ινδία και το Βιετνάμ.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Χαλκιδικής, Γρηγόρης Τάσιος, σημειώνει ότι παρά τις έγκαιρες αιτήσεις που κατατίθενται από τις αρχές του έτους, τα αυστηρά κριτήρια των προξενείων οδηγούν σε ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά εγκρίσεων, τα οποία κυμαίνονται γύρω στο είκοσι με τριάντα τοις εκατό.
Επιπρόσθετα, οι επιχειρηματίες καλούνται να αντιμετωπίσουν τον διπλασιασμό του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων, μια οικονομική επιβάρυνση που αναλαμβάνουν υποχρεωτικά προκειμένου να μην παραμείνουν υποστελεχωμένοι σε μια κρίσιμη συγκυρία.
Ο διευθύνων σύμβουλος της πλατφόρμας workingreece.io, Βαγγέλης Κανελλόπουλος, αναδεικνύει τις καθυστερήσεις στο Νέο Δελχί και στο Ανόι, τονίζοντας ωστόσο τη σαφή στροφή της αγοράς προς την αναζήτηση προσωπικού μέσης και υψηλής εξειδίκευσης.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η εγχώρια αγορά δέχεται ετησίως περίπου δεκαπέντε με είκοσι χιλιάδες εργαζομένους μόνο από την Ινδία.
Ωστόσο, η διαδικασία εμπλέκει πολλούς φορείς, από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση στην Ελλάδα έως τα εξωτερικά κέντρα παροχής υπηρεσιών θεώρησης, τα οποία εξυπηρετούν ταυτόχρονα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό το γεγονός δημιουργεί τεράστια διοικητική συμφόρηση, καθώς απαιτείται χρόνος για τη συγκέντρωση των δικαιολογητικών, τον προγραμματισμό των συνεντεύξεων στις ελληνικές πρεσβείες και την τελική έγκριση της βίζας, η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και σαράντα πέντε ημέρες.
Η αξιοποίηση εναλλακτικών δεξαμενών εργατικού δυναμικού
Αντιμετωπίζοντας αυτά τα ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια, η αγορά εργασίας αναγκάζεται να στραφεί και σε εναλλακτικές δεξαμενές άντλησης προσωπικού, επιχειρώντας να μετριάσει τις επιπτώσεις από την υποστελέχωση.
Μια τέτοια λύση αποτελεί η προσέγγιση και η αξιοποίηση αλλοδαπών από χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, όπως το Σουδάν, η Λιβύη και ο Νίγηρας.
Τα συγκεκριμένα άτομα βρίσκονται ήδη στην ελληνική επικράτεια, διαμένοντας κυρίως σε διάφορες δομές φιλοξενίας στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, υπό το καθεστώς του πολιτικού ασύλου.
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της επιλογής είναι ότι δεν απαιτείται η έναρξη της αργόσυρτης και αβέβαιης διαδικασίας της μετάκλησης, εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο για τους επιχειρηματίες.
Ήδη έχουν γίνει κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, όπως διαπιστώθηκε σε πρόσφατη εκδήλωση για την απασχόληση που διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, υποψήφιοι από το Σουδάν συμμετείχαν σε διαδικασίες επιλογής προσωπικού, δίνοντας συνεντεύξεις για κεντρικές και ιστορικές ξενοδοχειακές μονάδες της πρωτεύουσας. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του κλάδου παρατηρούν ότι η ενσωμάτωση αυτού του δυναμικού δεν είναι πάντα απρόσκοπτη.
Καταγράφονται αρκετές περιπτώσεις όπου οι διαμένοντες στις εν λόγω δομές παρουσιάζονται διστακτικοί στην ανάληψη σταθερής εργασίας στον τουριστικό τομέα, προτιμώντας την ασφάλεια των βασικών παροχών στέγασης και σίτισης που τους προσφέρονται στο πλαίσιο της προστασίας τους.