Μια πρωτοφανής υπόθεση εργασιακής εξουθένωσης, η οποία παραπέμπει στο ιαπωνικό φαινόμενο Karoshi, δηλαδή τον θάνατο από ακραία υπερεργασία, συγκλονίζει την ιατρική κοινότητα και την κοινή γνώμη της χώρας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η τραγική κατάληξη ενός διακεκριμένου ιατρού, του Urs Schwarz, ο οποίος αφιέρωσε κυριολεκτικά τη ζωή του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ζυρίχης (Unispital Zürich).
Ο επιστήμονας άφησε την τελευταία του πνοή στις δύο Ιουνίου του δύο χιλιάδες είκοσι ένα, σε ηλικία εξήντα τεσσάρων ετών, έχοντας προηγουμένως εργαστεί για δεκαεπτά συναπτά έτη –ήτοι πέντε χιλιάδες πεντακόσιες ημέρες– χωρίς να λάβει ούτε μία ημέρα ανάπαυσης.
Η υπόθεση αυτή θεωρείται πιθανότατα η πρώτη επίσημα καταγεγραμμένη περίπτωση θανάτου από εξάντληση λόγω εργασίας στην ελβετική επικράτεια, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για τις συνθήκες εργασίας στα ανώτατα κλιμάκια του συστήματος υγείας.
Το ελβετικό ιατρικό προσωπικό βρίσκεται συχνά αντιμέτωπο με εξοντωτικά ωράρια, ωστόσο η περίπτωση του συγκεκριμένου ιατρού ξεπερνά κάθε προηγούμενο, καταδεικνύοντας πώς η απόλυτη αφοσίωση στο καθήκον μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη σωματική και ψυχολογική κατάρρευση, με μοιραίες συνέπειες.
Η πολύκροτη αυτή ιστορία, η οποία είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας μέσα από έρευνες του ελβετικού τύπου, ανέδειξε τις σκοτεινές πτυχές της σύγχρονης νοσοκομειακής πραγματικότητας, όπου η αυξημένη ζήτηση για εξειδικευμένες υπηρεσίες συγκρούεται συχνά με τα ανθρώπινα όρια των εργαζομένων.
Η ραγδαία επαγγελματική άνοδος και η απόλυτη αφοσίωση στο ιατρικό καθήκον
Τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του, ο ιατρός διατηρούσε μια ισορροπία λαμβάνοντας κανονικά τις προβλεπόμενες άδειες, ωστόσο η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται δραματικά όσο η εμπειρία και η φήμη του αυξάνονταν.
Ήδη από το χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα, οι επίσημες αξιολογήσεις των ανωτέρων του κατέγραφαν πως η απόδοσή του ξεπερνούσε κατά πολύ τα συνήθη πρότυπα των απλών βοηθών ιατρών.
Η αναγνώριση της τεχνογνωσίας του οδήγησε στη διαρκή ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων, μετατρέποντάς τον σε έναν αναντικατάστατο πυλώνα του ιδρύματος.
Αυτή η διαρκής άνοδος συνοδεύτηκε από μια ολοκληρωτική απορρόφηση από το εργασιακό περιβάλλον, με τον ίδιο να εκχωρεί εθελοντικά τις ημέρες των διακοπών του σε άλλους συναδέλφους του.
Η οικογενειακή του ζωή πέρασε αναπόφευκτα σε δεύτερη μοίρα, με τη σύζυγό του να αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη διαχείριση όλων των πρακτικών ζητημάτων του ιδιωτικού τους βίου.
Προκειμένου να διασφαλίσει την αδιάλειπτη διαθεσιμότητά του για τα περιστατικά του νοσοκομείου, ο Urs Schwarz είχε προχωρήσει στην τοποθέτηση ενός κρεβατιού μέσα στο προσωπικό του γραφείο.
Με την πάροδο του χρόνου, οι υποχρεώσεις του πολλαπλασιάστηκαν, καθώς στις κλινικές του ευθύνες προστέθηκαν το διδακτικό έργο στο πανεπιστήμιο της πόλης και η συμμετοχή σε απαιτητικά ερευνητικά προγράμματα, εδραιώνοντας ένα καθεστώς αδιάκοπης εργασίας επτά ημέρες την εβδομάδα, χωρίς καμία διακοπή για σχεδόν δύο δεκαετίες.
Παρά την πολύωρη απουσία του, η σχέση του με τις κόρες του διατηρήθηκε, καθώς συχνά περνούσαν χρόνο στο γραφείο του παρακολουθώντας τον να εργάζεται εντατικά για ώρες.
Η σωματική κατάρρευση και τα προειδοποιητικά σημάδια από το περιβάλλον
Οι συνέπειες αυτού του ακραίου τρόπου ζωής δεν άργησαν να αποτυπωθούν τόσο στην ψυχολογία όσο και στη σωματική υγεία του διακεκριμένου ιατρού.
Οι αλλαγές στη συμπεριφορά του έγιναν αισθητές στο οικογενειακό του περιβάλλον, με τις εντάσεις να κάνουν την εμφάνισή τους λόγω της μόνιμης εξάντλησης και της απουσίας του από το σπίτι.
Παράλληλα, τα σημάδια της σωματικής καταπόνησης άρχισαν να γίνονται ορατά στους διαδρόμους του Unispital Zürich, προκαλώντας την ανησυχία των συναδέλφων του και της διοίκησης. Σε μια προσπάθεια να αντεπεξέλθει στους αφόρητους σωματικούς πόνους, ο ίδιος κατέφυγε στη συστηματική χρήση ισχυρών αναλγητικών φαρμάκων, προβαίνοντας σε αυτοθεραπεία.
Το δύο χιλιάδες δεκαέξι, τα επίσημα αρχεία του νοσοκομείου έδειχναν ότι είχε συσσωρεύσει το αδιανόητο νούμερο των τριακοσίων ογδόντα ημερών αδείας.
Σε συμφωνία με τη διεύθυνση της κλινικής, αποφασίστηκε να διαγραφεί το μεγαλύτερο μέρος αυτού του υπολοίπου, διατηρώντας μόλις τριάντα ημέρες ενεργές.
Η κατάσταση είχε θορυβήσει έντονα το υπόλοιπο προσωπικό, το οποίο ζητούσε επιτακτικά τη λήψη μέτρων για την ουσιαστική αποφόρτισή του, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή στο καθημερινό του πρόγραμμα.
Η άρνησή του να αναζητήσει εξειδικευμένη ιατρική βοήθεια για τα δικά του προβλήματα υγείας αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής τριβής με τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία διέβλεπαν τον άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του.
Οι νομικές αντιπαραθέσεις, η αποζημίωση και το κλείσιμο της ποινικής έρευνας
Η εξάντληση οδήγησε σε μια κρίσιμη καμπή γύρω στο δύο χιλιάδες δεκαεννέα, όταν η διεύθυνση εξέτασε το ενδεχόμενο καταγγελίας της σύμβασής του επικαλούμενη εργασιακή ανικανότητα.
Ο ιατρός αντιστάθηκε νομικά σε αυτή την προοπτική και, τελικά, κατέληξε να χαρακτηριστεί ανάπηρος σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό, συνεχίζοντας να εργάζεται στο υπόλοιπο σαράντα τοις εκατό της απασχόλησής του αποκλειστικά ως επιστημονικός συνεργάτης, μακριά από τη φροντίδα ασθενών.
Αυτή η εξέλιξη είχε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς η κήρυξη αναπηρίας πριν από την κανονική συνταξιοδότηση του στέρησε το δικαίωμα στο πλήρες κεφάλαιο του συνταξιοδοτικού του ταμείου.
Η επακόλουθη νομική διαμάχη ολοκληρώθηκε το δύο χιλιάδες είκοσι, αποφέροντας του μια αποζημίωση ύψους περίπου επτακοσίων σαράντα χιλιάδων ελβετικών φράγκων, ποσό που κάλυπτε τα διαφυγόντα κέρδη, την ηθική βλάβη και τα έξοδα νοσηλείας του.
Μετά τον θάνατό του το δύο χιλιάδες είκοσι ένα, οι συγγενείς του κατέθεσαν ποινική μήνυση εναντίον του επικεφαλής της κλινικής, κατηγορώντας τον για ανθρωποκτονία από αμέλεια και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης.
Ωστόσο, στα τέλη του δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα, οι εισαγγελικές αρχές έθεσαν την υπόθεση οριστικά στο αρχείο.
Το σκεπτικό της απόφασης εστίασε στο γεγονός ότι ο θανών είχε αρνηθεί πεισματικά κάθε προσφερόμενη βοήθεια από τον εργοδότη του, αποφεύγοντας συστηματικά τις ιατρικές εξετάσεις και επιλέγοντας με δική του ευθύνη την επικίνδυνη οδό της αυτοθεραπείας, απαλλάσσοντας έτσι τη διοίκηση από τις ποινικές ευθύνες.
Η διάσταση του προβλήματος στην Ελβετία και οι τοποθετήσεις των εμπλεκομένων
Οι επίσημες δηλώσεις των προσώπων που βίωσαν από κοντά την τραγωδία, όπως αυτές μεταφέρθηκαν μέσα από τα δημοσιεύματα του ελβετικού τύπου, αποτυπώνουν το μέγεθος του δράματος.
Η σύζυγος του ιατρού περιέγραψε τη βαθιά της οδύνη βλέποντας τον άνθρωπό της να καταρρέει σταδιακά, επισημαίνοντας τις επανειλημμένες, αλλά άκαρπες προσπάθειές της να τον πείσει να σταματήσει την εξοντωτική εργασία.
Η κόρη του, Emilie, παρατήρησε ότι, παρά τον εκνευρισμό που συχνά έφερνε στο σπίτι λόγω της κούρασης, παρέμενε ένας αξιόπιστος πατέρας, ενώ ανέφερε πως του είχαν επισημάνει αυστηρά ότι η αποφυγή των ιατρών θα αποδεικνυόταν μοιραία για εκείνον.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, οι εκπρόσωποι της κλινικής υποστήριξαν ότι η ευθύνη βάραινε τον ίδιο τον ιατρό, τονίζοντας την άρνησή του να δεχθεί την παραμικρή υποστήριξη και την επιμονή του στην υπερβολική λήψη φαρμάκων.
Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ο καθηγητής εργασιακής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης, Achim Elfering, εξήγησε ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στον αυξημένο φόρτο, αλλά κυρίως στη δραματική μείωση του εξειδικευμένου προσωπικού που καλείται να διεκπεραιώσει τον ίδιο όγκο εργασίας.
Τα στατιστικά στοιχεία είναι εξόχως ανησυχητικά, καθώς, σύμφωνα με τις δημοσιευμένες έρευνες, το ένα τρίτο του ενεργού πληθυσμού στη χώρα δηλώνει ότι εργάζεται πέραν των φυσικών του αντοχών, ενώ ειδικά για το έτος δύο χιλιάδες είκοσι τρία, σχεδόν οι μισοί βοηθοί και επιμελητές ιατροί παραδέχτηκαν ότι αισθάνονται συχνά ή σχεδόν πάντα απόλυτα εξουθενωμένοι.