Βερολίνο – Την πρόθεση της Γερμανίας να συνεχίσει τη στενή συνεργασία με την Τουρκία, χαρακτηρίζοντάς την ως έναν αξιόπιστο εταίρο, επιβεβαίωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Τούρκο ομόλογό του, Χακάν Φιντάν.
Η συνάντηση των δύο ανδρών πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του διμερούς «Στρατηγικού Διαλόγου» των υπουργών Εξωτερικών στο Βερολίνο.
Ο κ. Βάντεφουλ τάχθηκε υπέρ της περαιτέρω εμβάθυνσης της στρατηγικής σχέσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Άγκυρα, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συμπερίληψης της Τουρκίας στις συζητήσεις για το εμπόριο και την άμυνα, δεδομένου του ρόλου της ως σημαντικού εταίρου στο ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, ο Γερμανός υπουργός κατέστησε σαφές ότι για την πλήρη ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεσμευτική προϋπόθεση παραμένουν αυστηρά τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, τα οποία αφορούν ζητήματα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου.
Οι τουρκικές προσδοκίες για την ΕΕ και οι τομείς συνεργασίας
Από την πλευρά του, ο Χακάν Φιντάν κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να προσεγγίσει το αίτημα ένταξης της Τουρκίας με έναν «μη-πολιτικό τρόπο», επισημαίνοντας ότι το πνεύμα της εποχής επιβάλλει μια πιο ρεαλιστική και στρατηγική στάση.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών εξέφρασε την αντίθεσή του με τον αποκλεισμό της χώρας του από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ασφάλειας και άμυνας, τονίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη έρχεται σε αντίθεση με τους ίδιους τους στόχους ασφάλειας της ΕΕ.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειώσει η Τουρκία στον αμυντικό τομέα και προσδιορίσε την παράτυπη μετανάστευση, την περιφερειακή ασφάλεια, τη διασφάλιση των ενεργειακών διαδρόμων και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ως βασικά πεδία στα οποία η Άγκυρα θα μπορούσε να βοηθήσει την ΕΕ να ενισχύσει την αντοχή της.
Τόσο η γερμανική όσο και η τουρκική πλευρά συμφώνησαν στην ανάγκη εκσυγχρονισμού της συμφωνίας τελωνειακής ένωσης, ενώ ο κ. Φιντάν ζήτησε επιπλέον την ταχεία ολοκλήρωση του διαλόγου για την απελευθέρωση των θεωρήσεων (βίζα).
Η διπλωματική στάση για το Ιράν και οι πυρηνικές διαπραγματεύσεις
Κατά τη διάρκεια των κοινών τους δηλώσεων, οι δύο υπουργοί Εξωτερικών εστίασαν επίσης στις περιφερειακές εξελίξεις, εκφράζοντας τη στήριξή τους στην ανάγκη εξεύρεσης διπλωματικής λύσης αναφορικά με τη συγκρότηση της κατάστασης στο Ιράν.
Ο κ. Βάντεφουλ ξεκαθάρισε ότι μια στρατιωτική επιλογή δεν θα οδηγούσε σε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, προσθέτοντας ότι θα ήταν εποικοδομητικό αν η Τεχεράνη ήταν πρόθυμη να εγκαταλείψει το πρόγραμμα πυρηνικού εμπλουτισμού της, χωρίς να της επιτραπεί η επιστροφή σε παλαιότερες πρακτικές.
Ερωτώμενος σχετικά με το ενδεχόμενο να κατέχει το Ιράν ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού, ο Χακάν Φιντάν σημείωσε ότι μετά τις επιθέσεις που σημειώθηκαν στις πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, δεν υπάρχει πρακτικά δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό το υλικό, απομακρύνοντας την άμεση απειλή.
Συμπλήρωσε, ωστόσο, ότι για τη διατήρηση αυτού του καθεστώτος, τα εμπλεκόμενα μέρη οφείλουν να καταλήξουν σε μια συμφωνία μέσω διαπραγματεύσεων.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι οι συνομιλίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης πιθανότατα συνεχίζονται, καλώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξετάσουν προσεκτικά την τελευταία απάντηση της ιρανικής πλευράς.