Αυστρία – Ένα εκτεταμένο σχέδιο περιορισμού των κρατικών δαπανών, το οποίο επηρεάζει άμεσα το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων απόμαχων της εργασίας, προωθείται από τις κυβερνητικές αρχές, προκαλώντας έντονες αναταράξεις στο εσωτερικό της χώρας.
Με το βλέμμα στραμμένο στη δημοσιονομική σταθερότητα της επόμενης διετίας, ο κρατικός μηχανισμός σχεδιάζει την αποσύνδεση των ετήσιων αυξήσεων από τον πραγματικό μέσο πληθωρισμό για τα έτη 2027 και 2028. Η σημαντική αυτή εξέλιξη φέρνει στο προσκήνιο δύο αντικρουόμενα σενάρια εφαρμογής, τα οποία θα κρίνουν εάν οι οικονομικές απώλειες θα απορροφηθούν οριζόντια από το σύνολο των δικαιούχων ή εάν θα υπάρξει ένα προστατευτικό πλέγμα για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Το τοπίο των διαπραγματεύσεων παραμένει εξαιρετικά ρευστό.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η κυβέρνηση σχεδιάζει αυξήσεις κάτω από τον πληθωρισμό για το 2027 και 2028.
- Ο στόχος εξοικονόμησης ξεπερνά το μισό δισεκατομμύριο ευρώ στη διετία.
- Το ινστιτούτο Momentum προτείνει κλιμακωτή αύξηση 3,3% για συντάξεις έως 3.000 ευρώ.
- Χωρίς κοινωνικά κριτήρια, οι ετήσιες απώλειες για τα κατώτατα όρια αγγίζουν τα 1.288 ευρώ.
Πώς η κυβέρνηση αλλάζει τον χάρτη των αυξήσεων: Το σχέδιο εξοικονόμησης
Οι κλειστές συσκέψεις των αρμόδιων οικονομικών επιτελείων εστιάζουν πλέον σε μια στοχευμένη μείωση των ποσοστών αναπροσαρμογής, η οποία προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά ένα τέταρτο της εκατοστιαίας μονάδας χαμηλότερα σε σχέση με την επικρατούσα ακρίβεια. Η συγκεκριμένη δημοσιονομική παρέμβαση υπολογίζεται ότι θα αποφέρει στα κρατικά ταμεία άμεση εξοικονόμηση πόρων ύψους 280 εκατομμυρίων ευρώ κατά το πρώτο έτος εφαρμογής της. Ο αντίστοιχος στόχος για το αμέσως επόμενο ημερολογιακό έτος ανέρχεται στα 270 εκατομμύρια ευρώ, διαμορφώνοντας τελικά ένα συνολικό πλεόνασμα που υπερβαίνει κατά πολύ το μισό δισεκατομμύριο στην επόμενη διετία.
Το βασικό σημείο τριβής στην παρούσα φάση της νομοθετικής προετοιμασίας επικεντρώνεται στον ακριβή τρόπο υλοποίησης αυτών των σημαντικών περικοπών, καθώς εξετάζονται παράλληλα σενάρια με ή χωρίς την ενσωμάτωση κοινωνικών κριτηρίων. Σε αυτό το τεταμένο κλίμα αναμονής, οι επίσημοι εκπρόσωποι των συνταξιούχων αρνήθηκαν πρόσφατα να συμμετάσχουν στον σχετικό κύκλο διαβουλεύσεων, αξιώνοντας μια ενιαία και αδιαπραγμάτευτη προσαρμογή που θα καλύπτει ομοιόμορφα όλες τις κατηγορίες των δικαιούχων ανεξαρτήτως ύψους εισοδήματος. Η πίεση προς την κυβέρνηση αυξάνεται σταθερά.
Ο ρόλος της κοινωνικής κλιμάκωσης: Ποιοι προστατεύονται από τον πληθωρισμό
Παρεμβαίνοντας δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, το συνδικαλιστικό ερευνητικό κέντρο Momentum Institut κατέθεσε μια αναλυτική πρόταση που προκρίνει την εφαρμογή μιας αυστηρής κοινωνικής διαβάθμισης. Βάσει αυτού του μελετημένου μοντέλου, όσοι λαμβάνουν μηνιαίες αποδοχές κάτω από το όριο των 3.000 ευρώ θα επωφεληθούν από μια αύξηση της τάξης του 3,3%, προστατεύοντας σε μεγάλο βαθμό την αγοραστική τους δύναμη απέναντι στην ακρίβεια. Αντίθετα, οι παροχές που υπερβαίνουν το συγκεκριμένο οικονομικό όριο θα λάβουν μια σταθερή, κατ’ αποκοπή προσθήκη ύψους 99 ευρώ μεικτά, γεγονός που μεταφράζεται σε ετήσια αύξηση 1.386 ευρώ για τη χρήση του 2027.
Η υιοθέτηση αυτού του κλιμακωτού συστήματος φαίνεται να ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τις κεντρικές δημοσιονομικές επιδιώξεις, αποφέροντας την επιθυμητή μείωση εξόδων των 280 εκατομμυρίων ευρώ, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι το 82% των συνταξιούχων θα λάβει την πλήρη αποζημίωση για τις ανατιμήσεις. Στον αντίποδα, το εναλλακτικό σενάριο μιας οριζόντιας προσαρμογής στο 2,8% για όλους, επιφυλάσσει ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα για τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Ειδικότερα, οι δικαιούχοι της κατώτατης σύνταξης υπολογίζεται ότι θα χάσουν 92 ευρώ μεικτά σε μηνιαία βάση, ένα ποσό που σε ετήσιο επίπεδο σωρεύεται στα 1.288 ευρώ.
Η επίδραση των περικοπών στην αγορά: Γιατί ευνοείται η κατανάλωση
Οι οικονομικοί αναλυτές εστιάζουν στις ευρύτερες μακροοικονομικές προεκτάσεις των δύο προτεινόμενων μοντέλων, αξιολογώντας κυρίως την ταχύτητα με την οποία τα χρήματα των αυξήσεων επιστρέφουν στην πραγματική οικονομία. Η συντάκτρια της σχετικής έρευνας, Miriam Frauenlob, επισημαίνει μέσα από την αναλυτική της έκθεση ότι το σενάριο της κοινωνικής κλιμάκωσης τοποθετεί σε πλεονεκτικότερη θέση τόσο τον μέσο όσο και τον χαμηλοσυνταξιούχο. Ενδεικτικά, μια δικαιούχος με μηνιαία μεικτή σύνταξη 1.308 ευρώ θα λάμβανε 91 ευρώ περισσότερα με την εφαρμογή των αυστηρών κριτηρίων, ενώ ένας μέσος συνταξιούχος θα κατέγραφε σημαντικό όφελος 177 ευρώ.
Το ισχυρό επιχείρημα υπέρ της κλιμάκωσης ενισχύεται περαιτέρω από τη στενή παρατήρηση της καταναλωτικής συμπεριφοράς, καθώς τα άτομα με υψηλές συντάξεις της τάξης των 4.000 ή 5.000 ευρώ τείνουν να αποταμιεύουν το μεγαλύτερο μέρος των επιπλέον εσόδων τους, χωρίς να τονώνουν την εγχώρια ζήτηση και να υποστηρίζουν άμεσα τις θέσεις εργασίας. Αντιθέτως, η έγκαιρη διοχέτευση των πόρων σε πολίτες με μέσες αποδοχές που αγγίζουν τα 1.527 ευρώ εξασφαλίζει την άμεση και συνεχή κατανάλωση, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα νοικοκυριά αναγκάζονται να δαπανούν το σύνολο των εσόδων τους για την κάλυψη των ανελαστικών εξόδων διαβίωσης.