Βέλγιο – Από την προγραμματισμένη εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας, το Βέλγιο έχει περάσει στην παράταση λειτουργίας αντιδραστήρων και στην εξέταση νέων πυρηνικών τεχνολογιών.
Δύο από τους επτά αντιδραστήρες της χώρας προβλέπεται να παραμείνουν σε λειτουργία έως το 2035, ενώ η κυβέρνηση επενδύει στην έρευνα για μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες. Η αλλαγή πορείας συνοδεύεται από υψηλό κόστος και ανοιχτά ερωτήματα για τα ραδιενεργά απόβλητα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Ο νόμος του 2003 προέβλεπε την παύση λειτουργίας και των επτά αντιδραστήρων έως το 2025.
- Οι Doel 4 και Tihange 3 απέκτησαν δεκαετή παράταση έως το 2035.
- Το εκτιμώμενο κόστος των σχετικών εργασιών για την κοινοπραξία Be-Nuc ανέρχεται πλέον σε 2,4 δισ. ευρώ.
- Για την έρευνα μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων ανακοινώθηκε τον Ιούλιο χρηματοδότηση 11 εκατ. ευρώ, χωρίς να έχουν οριστικοποιηθεί τοποθεσίες εγκατάστασης.
Η ενεργειακή στροφή έπειτα από δύο δεκαετίες
Το 2003, το Βέλγιο επέλεξε νομοθετικά τη σταδιακή έξοδο από την πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή. Το σχέδιο προέβλεπε ότι και οι επτά αντιδραστήρες, οι οποίοι είχαν κατασκευαστεί μεταξύ 1969 και 1985, θα έκλειναν έως το 2025. Τέσσερις βρίσκονται στο συγκρότημα Doel, κοντά στην Αμβέρσα, και τρεις στο Tihange, στη Βαλλονία.
Η πορεία άλλαξε καθώς ενισχύθηκαν οι ανησυχίες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και αυξήθηκε η πίεση από τις τιμές ενέργειας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τον Μάρτιο του 2022 αποφασίστηκε δεκαετής παράταση για τους νεότερους αντιδραστήρες, Doel 4 και Tihange 3. Οι υπόλοιποι πέντε τέθηκαν εκτός λειτουργίας μεταξύ 2022 και 2025.
Οι δύο αντιδραστήρες που διατηρούνται έχουν συνδυασμένη ηλεκτρική ισχύ 2 γιγαβάτ. Ο υπουργός Ενέργειας Mathieu Bihet υπερασπίζεται την επανεξέταση της παλαιότερης πολιτικής, χαρακτηρίζοντας πρακτική την επιλογή επαναφοράς της πυρηνικής ενέργειας στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Παράλληλα, η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με την Engie ζητήματα που αφορούν τη μελλοντική διαχείριση και το οικονομικό καθεστώς των εγκαταστάσεων.
Τα δισεκατομμύρια για την παράταση και τα απόβλητα
Η συνέχιση της λειτουργίας των δύο μονάδων απαιτεί σημαντικές δαπάνες. Η συμφωνία του 2023 υπολόγιζε τις εργασίες εκσυγχρονισμού σε 1,6 έως 2 δισ. ευρώ. Πλέον, η Electrabel εκτιμά ότι το σχετικό κόστος για την Be-Nuc, την πυρηνική κοινοπραξία της εταιρείας με το βελγικό κράτος, ανέρχεται σε 2,4 δισ. ευρώ. Στον υπολογισμό περιλαμβάνεται και μερίδιο που αναλογεί στην EDF Luminus, η οποία κατέχει το 10% των δύο εγκαταστάσεων.
Ξεχωριστό οικονομικό ζήτημα είναι τα πυρηνικά απόβλητα. Στο πλαίσιο της συμφωνίας για τη συνέχιση λειτουργίας των Doel 4 και Tihange 3, η Engie έχει συμφωνήσει να καταβάλει 15 δισ. ευρώ στο κράτος ώστε να μεταφερθούν σε αυτό οι ευθύνες για τα συσσωρευμένα απόβλητα και το χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο. Οι υποχρεώσεις της θυγατρικής Synatom μεταφέρονται στον δημόσιο φορέα Hedera.
Τα υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα φυλάσσονται προς το παρόν σε προσωρινές εγκαταστάσεις στους σταθμούς Doel και Tihange. Κοντά στην περιοχή Mol, το υπόγειο ερευνητικό εργαστήριο HADES εξετάζει λύσεις μακροχρόνιας διάθεσης, με έμφαση στην ικανότητα γεωλογικών στρωμάτων αργίλου να περιορίζουν πιθανή διαρροή ραδιενεργών ουσιών. Η οριστική διαχείριση των αποβλήτων παραμένει επομένως ουσιώδες μέρος του κόστους και του σχεδιασμού.
Μικροί αντιδραστήρες, μεγάλες προσδοκίες
Η επόμενη επιλογή που εξετάζεται είναι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, γνωστοί ως SMRs. Παράγουν ενέργεια μέσω πυρηνικής σχάσης, όπως οι μεγαλύτερες μονάδες, αλλά σχεδιάζονται ώστε επιμέρους τμήματά τους να κατασκευάζονται σε εργοστάσιο και να συναρμολογούνται στην τοποθεσία εγκατάστασης.
Ένας τυπικός μικρός αντιδραστήρας μπορεί να αποδίδει περίπου 50 έως 450 μεγαβάτ, έναντι 1.000 έως 1.700 μεγαβάτ για έναν μεγάλο συμβατικό αντιδραστήρα. Οι εκτιμήσεις που εξετάζει ο κλάδος αναφέρουν ότι μία μονάδα SMR μπορεί να κοστίζει ακόμη και περίπου 1 δισ. ευρώ, ενώ η κατασκευή ενός συμβατικού σταθμού με έναν ή δύο αντιδραστήρες μπορεί να φτάσει τα 35 δισ. ευρώ. Η διαφορά όμως στο μέγεθος και την παραγωγική ισχύ δεν επιτρέπει απλή σύγκριση των δύο ποσών ως κόστους ανά μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Anicet Touré, επικεφαλής στρατηγικής, επιχειρηματικής ανάπτυξης και καινοτομίας στην Tractebel, τονίζει ότι οι μικρές μονάδες θα μπορούσαν να καλύπτουν και βιομηχανικές ανάγκες σε θερμότητα ή ατμό, πέρα από την παραγωγή ηλεκτρισμού. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η πυρηνική ενέργεια, ως πηγή ηλεκτροπαραγωγής χαμηλών εκπομπών άνθρακα, μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα αιολικά και φωτοβολταϊκά συστήματα όταν η παραγωγή τους είναι περιορισμένη.
Η βελγική κυβέρνηση έχει συγκροτήσει ομάδα εργασίας για τους SMRs και τον Ιούλιο του 2026 διέθεσε χρηματοδότηση 11 εκατ. ευρώ για σχετική έρευνα, με την Tractebel και πανεπιστήμια μεταξύ των ωφελουμένων. Η Φλάνδρα εξετάζει τέσσερις πιθανές τοποθεσίες, με την Αμβέρσα και τη Γάνδη να συγκαταλέγονται στις περιοχές που αναφέρονται, αλλά δεν έχει ληφθεί απόφαση για συγκεκριμένο σημείο εγκατάστασης.
Ο ρόλος της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα
Η συζήτηση συνδέεται με την ευρωπαϊκή προσπάθεια περιορισμού των εκπομπών και της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Η πυρηνική ενέργεια προσφέρει ηλεκτροπαραγωγή με χαμηλές εκπομπές κατά τη λειτουργία των αντιδραστήρων, αλλά εξακολουθεί να εγείρει ζητήματα ασφάλειας, κόστους, αποξήλωσης εγκαταστάσεων και διαχείρισης ραδιενεργών υλικών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παρατίθενται για το 2023, η πυρηνική ενέργεια αντιστοιχούσε στο 39,9% της βελγικής ηλεκτροπαραγωγής, το φυσικό αέριο στο 21,4% και οι ανανεώσιμες πηγές στο 32,7%. Τα ποσοστά αποτελούν ιστορική εικόνα του συγκεκριμένου έτους και όχι αποτύπωση του σημερινού μείγματος μετά το κλείσιμο των πέντε αντιδραστήρων.
Για την ώρα, η πιο συγκεκριμένη επιλογή του Βελγίου παραμένει η παράταση των Doel 4 και Tihange 3 έως το 2035. Οι νέες μικρές πυρηνικές μονάδες βρίσκονται ακόμη στο στάδιο έρευνας και σχεδιασμού, ενώ οι διαπραγματεύσεις για το υφιστάμενο πυρηνικό σύστημα συνεχίζονται.