Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων της Γερμανίας και συμπρόεδρος του SPD, Μπέρμπελ Μπας, ανακοίνωσε την παραίτησή της στις 12 Οκτωβρίου, επικαλούμενη προσωπικούς λόγους και καταγγέλλοντας επιπλέον προσωπικές επιθέσεις από στελέχη του CDU.
Η αποχώρησή της πυροδοτεί αντιδράσεις μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, ενώ επαναφέρει στο προσκήνιο τις διαφωνίες για τις μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις και στον χρόνο εργασίας.
- Η Μπέρμπελ Μπας ανακοίνωσε την παραίτησή της στις 12 Οκτωβρίου.
- Η ίδια αναφέρεται σε προσωπικούς λόγους και καταγγέλλει επιθέσεις από στελέχη του CDU.
- Η πολιτική αντιπαράθεση συνδέεται με εκκρεμείς αλλαγές στο συνταξιοδοτικό και στην αγορά εργασίας.
Η προσωπική απώλεια και οι καταγγελίες για επιθέσεις
Η Μπας αποδίδει την απόφασή της πρωτίστως σε προσωπικούς λόγους, έπειτα από τον θάνατο της θετής κόρης της. Ως πρόσθετο στοιχείο που βάρυνε στην αποχώρησή της αναφέρει τις «προσωπικές επιθέσεις» που, όπως υποστηρίζει, δεχόταν το τελευταίο διάστημα από στελέχη της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), η οποία συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD).
Η καταγγελία προκάλεσε έντονες τοποθετήσεις από την πλευρά των Σοσιαλδημοκρατών. Ο υπουργός Οικονομικών και συμπρόεδρος του SPD, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ακύρωσε προγραμματισμένη επίσκεψη στην Ινδία μετά την ανακοίνωση της παραίτησης και χαρακτήρισε τις επιθέσεις εναντίον της Μπας κατά την περίοδο του πένθους της «ανάρμοστες» και «προσβλητικές».
Σε ακόμη αυστηρότερο τόνο, η πρωθυπουργός του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, Μανουέλα Σβέζιγκ, κατήγγειλε την πολιτική συμπεριφορά απέναντι στην απερχόμενη υπουργό ως «αδίστακτη» έως και «απάνθρωπη». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί αποτελούν τοποθετήσεις στελεχών του SPD για τη συμπεριφορά πολιτικών αντιπάλων τους και όχι ανεξάρτητα διαπιστωμένα περιστατικά.
Η αντιπαράθεση για τις συντάξεις και το ωράριο
Πίσω από τη δημόσια σύγκρουση βρίσκεται η διαφωνία για τον ρυθμό προώθησης μεταρρυθμίσεων που είχαν συμφωνηθεί εντός της συγκυβέρνησης. Τους προηγούμενους μήνες, στελέχη του CDU ασκούσαν επανειλημμένα κριτική στην Μπας, υποστηρίζοντας ότι καθυστερούσε την κατάθεση κρίσιμων νομοσχεδίων για το συνταξιοδοτικό σύστημα και την αγορά εργασίας.
Μεταξύ όσων είχαν ζητήσει δημόσια άμεση νομοθετική πρωτοβουλία ήταν ο βουλευτής Στέφαν Νάκε, επικεφαλής της ομάδας για ζητήματα εργαζομένων στην κοινοβουλευτική ομάδα της Χριστιανικής Ένωσης CDU/CSU. Η κριτική του, όπως και αντίστοιχες παρεμβάσεις άλλων Χριστιανοδημοκρατών, απέδιδε στην υπουργό την ευθύνη για τις καθυστερήσεις στην προώθηση των αλλαγών.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν δύο ειδικότερα θέματα: η προτεινόμενη μεταρρύθμιση του ωραρίου εργασίας, με μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με το υφιστάμενο οκτάωρο, και η μεταρρύθμιση της λεγόμενης «σύνταξης στα 63». Πρόκειται για πολιτικές εκκρεμότητες που αποτέλεσαν πεδίο αντιπαράθεσης, χωρίς η ανακοίνωση της παραίτησης να συνιστά από μόνη της απόφαση για το περιεχόμενο των σχεδιαζόμενων αλλαγών.
Η φερόμενη σύνδεση με τη φορολογική μεταρρύθμιση
Η ένταση είχε αποκτήσει και διαστάσεις διαπραγμάτευσης στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Σύμφωνα με γερμανικά δημοσιεύματα, στις αρχές Οκτωβρίου η κοινοβουλευτική ομάδα των Συντηρητικών φέρεται να είχε προειδοποιήσει ότι δεν θα υποστήριζε τη φορολογική μεταρρύθμιση του Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, εάν το υπουργείο Εργασίας δεν παρουσίαζε άμεσα νομοσχέδια για την ασφάλιση και την αγορά εργασίας.
Η αναφορά αυτή αφορά φερόμενη πολιτική πίεση και όχι επιβεβαιωμένη απόφαση απόσυρσης στήριξης. Δείχνει πάντως ποια θέματα είχαν συνδεθεί μεταξύ τους στη δημόσια συζήτηση για την πρόοδο του κυβερνητικού προγράμματος πριν από την αιφνίδια αποχώρηση της υπουργού.
Τι απαντούν Μερτς και Βάντεφουλ για τη συγκυβέρνηση
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι κατανοεί την απόφαση της Μπας, ιδιαίτερα μετά την οικογενειακή απώλεια που βίωσε. Αναγνώρισε ότι υπήρχαν μεταξύ τους πολιτικές διαφωνίες, επέμεινε όμως ότι περιορίζονταν σε ζητήματα ουσίας και δεν αφορούσαν προσωπικές αντιπαραθέσεις, ενώ ανέφερε ότι τις προηγούμενες εβδομάδες είχε ζητήσει από στελέχη του CDU να δείξουν διακριτικότητα και σεβασμό απέναντί της.
Καθησυχαστικός για τη συνέχεια του συνασπισμού εμφανίστηκε και ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ. Διαβεβαίωσε ότι «για τον κυβερνητικό συνασπισμό δεν αλλάζει φυσικά τίποτα απολύτως» και υπογράμμισε πως η συμμαχία CDU και SPD έχει εντολή τετραετίας, συνδέοντας τη συνέχισή της με την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας στη Γερμανία και στην Ευρώπη.
Ο ίδιος εξέφρασε τη συμπαράστασή του στην απερχόμενη υπουργό, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της στην κυβέρνηση. Οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για τη σταθερότητα συνυπάρχουν πλέον με τη δημόσια αντιπαράθεση για την πολιτική μεταχείριση της Μπας και με τις ανοιχτές διαφωνίες για το εργασιακό και το συνταξιοδοτικό.