Γερμανία – Μια αποκαλυπτική πολεμική προσομοίωση που διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών στο Πανεπιστήμιο Χέλμουτ Σμιτ του Αμβούργου, έφερε στο φως τις δραματικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής άμυνας απέναντι σε μια ενδεχόμενη ρωσική στρατιωτική ενέργεια.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές αποκαλύψεις του διεθνούς τύπου και ειδικότερα μέσα από το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, τα αποτελέσματα της άσκησης κατέδειξαν την πλήρη παράλυση της ευρωπαϊκής ηγεσίας στην περίπτωση που η Μόσχα επιχειρούσε μια αστραπιαία επίθεση στη Βαλτική, αφήνοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες εκτός της αρχικής σύγκρουσης.
Ο ερευνητής του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS), Φραντς-Στέφαν Γκάντι, ανέλαβε τον ρόλο του Ρώσου αρχηγού επιτελείου κατά τη διάρκεια του εικονικού σεναρίου και κατάφερε να επικρατήσει των δυνάμεων της Συμμαχίας μέσα σε ελάχιστες ώρες.
Η συγκεκριμένη άσκηση πραγματοποιήθηκε με φόντο την τρέχουσα στασιμότητα στο μέτωπο της Ουκρανίας, όπου η εαρινή ρωσική επίθεση φαίνεται να έχει περιέλθει σε αδιέξοδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση, εάν ο πόλεμος οδηγηθεί σε εκεχειρία στα τέλη του τρέχοντος έτους ή το 2027, η ευρωπαϊκή ήπειρος θα εισέλθει στην πιο επικίνδυνη φάση της σύγχρονης ιστορίας της.
Οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες εκτιμάται ότι θα βρίσκονται στο πιο αδύναμο σημείο τους, την ώρα που οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις θα διαθέτουν αυξημένο μέγεθος, πολυετή πολεμική εμπειρία και τεράστιο τακτικό πλεονέκτημα στα πλήγματα από μεγάλη απόσταση.
Ο αντίκτυπος αυτού του εγχειρήματος ήταν τόσο ισχυρός, ώστε προκάλεσε σχετικά ερωτήματα ακόμη και προς τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, κατά τη διάρκεια επίσημης συνέντευξης Τύπου.
Η ρωσική στρατηγική της «Κόκκινης Ομάδας» και η παγίδα στη Βαλτική
Το σενάριο της προσομοίωσης, το οποίο τοποθετήθηκε χρονικά στα τέλη Οκτωβρίου του 2026, προέβλεπε την εφαρμογή μιας διπλής ρωσικής στρατηγικής.
Από τη μία πλευρά, η Μόσχα πρότεινε οικονομική συνεργασία στη γερμανική κυβέρνηση, ενώ ταυτόχρονα εξαπέλυε απειλές προς τις χώρες της Βαλτικής με το πρόσχημα της αντιμετώπισης μιας ανθρωπιστικής κρίσης στο Καλίνινγκραντ.
Υπό την κάλυψη ευρείας κλίμακας στρατιωτικών ασκήσεων, η ρωσική πλευρά ανέπτυξε τέσσερις στρατιές στα εδάφη της Λευκορωσίας και του Καλίνινγκραντ.
Η κίνηση αυτή δημιούργησε μια ασφυκτική μέγγενη που καθήλωσε τις νατοϊκές δυνάμεις στην Εσθονία και τη Λετονία, θωρακίζοντας παράλληλα τα ρωσικά πλευρά απέναντι σε μια ενδεχόμενη πολωνική αντίδραση.
Βασικός στόχος του σχεδιασμού ήταν η καταστροφή της αξιοπιστίας της Συμμαχίας, διατηρώντας αυστηρά τις αμερικανικές δυνάμεις εκτός της ζώνης των συγκρούσεων.
Σύμφωνα με τη λογική του Αμερικανού πρώην υφυπουργού Άμυνας, Έλμπριτζ Κόλμπι, οι συμμετέχοντες απέφυγαν σκόπιμα οποιοδήποτε πλήγμα κατά στόχων των ΗΠΑ, μεταφέροντας το βάρος της ευθύνης αποκλειστικά στους Ευρωπαίους ηγέτες.
Αξιοποιώντας τα τακτικά διδάγματα από τα πεδία των μαχών, οι επιτιθέμενοι μετέτρεψαν το στρατηγικής σημασίας πέρασμα του Σουβάλκι σε μια απόλυτη ζώνη θανάτου.
Αντί για υβριδικές τακτικές, η περιοχή τέθηκε υπό τον πλήρη έλεγχο συμβατικού πυροβολικού μεγάλης εμβέλειας και προηγμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Το δίλημμα του Βερολίνου και ο φόβος της πυρηνικής κλιμάκωσης
Η εξέλιξη της προσομοίωσης έδειξε ότι εάν η Ουάσινγκτον απείχε από τις επιχειρήσεις για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα σαράντα οκτώ ωρών, ο ευρωπαϊκός αμυντικός μηχανισμός θα κατέρρεε εξ ολοκλήρου.
Η απουσία εξελιγμένων αντιβαλλιστικών συστημάτων και σύγχρονης αεράμυνας στα ευρωπαϊκά οπλοστάσια επέτρεψε στις εικονικές ρωσικές δυνάμεις να οχυρωθούν άμεσα, δίχως να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Το σενάριο προέβλεπε ότι ακόμη και χωρίς μαζική χερσαία παρουσία, ο στρατιωτικός αποκλεισμός της Βαλτικής ήταν εφικτός.
Στην περίπτωση που επιχειρούνταν μια συντονισμένη αντεπίθεση από το ΝΑΤΟ, οι ρωσικές δυνάμεις ήταν έτοιμες να προχωρήσουν στην ενεργοποίηση τακτικών πυρηνικών όπλων στη Λευκορωσία, προκειμένου να τρομοκρατήσουν και να αποτρέψουν κάθε γερμανική συμμετοχή.
Κατά τη διάρκεια του παιγνίου, ωστόσο, δεν χρειάστηκε να ληφθεί μια τέτοια ακραία απόφαση.
Οι πολιτικοί ιθύνοντες στο Βερολίνο πάγωσαν μπροστά στο ενδεχόμενο της κλιμάκωσης, αποφεύγοντας να δώσουν ξεκάθαρη απάντηση για το εάν θα ρίσκαραν έναν πυρηνικό πόλεμο για την προστασία των βαλτικών κρατών.
Το τελικό συμπέρασμα των ερευνητών υπογραμμίζει ότι η αποτροπή εξαρτάται απόλυτα από την αντίληψη που τρέφει ο αντίπαλος για την αποφασιστικότητα της απέναντι πλευράς.
Η εικονική ήττα επήλθε επειδή η ρωσική διοίκηση γνώριζε εκ των προτέρων ότι η γερμανική πλευρά θα δίσταζε, με αυτόν τον δισταγμό να αποδεικνύεται από μόνος του αρκετός.