Μόναχο – Η Beate Z., που έχει καταδικαστεί σε ισόβια για τη συμμετοχή της στη νεοναζιστική τρομοκρατική οργάνωση NSU, θα πρέπει να παραμείνει στη φυλακή για τουλάχιστον 24 χρόνια. Το αρμόδιο δικαστήριο του Μονάχου απέρριψε το ενδεχόμενο αναστολής της έκτισης της ποινής, σε μια υπόθεση που περιλαμβάνει και τη δολοφονία του Θεόδωρου Βουλγαρίδη στη βαυαρική πρωτεύουσα.
Το 6ο Ποινικό Τμήμα του Ανώτερου Περιφερειακού Δικαστηρίου του Μονάχου (Oberlandesgericht München) έλαβε την απόφαση στις 23 Οκτωβρίου 2026. Τα 24 χρόνια δεν αποτελούν νέα ποινή ούτε ημερομηνία αυτόματης αποφυλάκισης: είναι το ελάχιστο χρονικό διάστημα κράτησης που το δικαστήριο θεωρεί αναγκαίο εξαιτίας της εξαιρετικής βαρύτητας των εγκλημάτων.
Γιατί ορίστηκε ελάχιστη κράτηση 24 ετών
Η Beate Z. καταδικάστηκε στις 11 Ιουλίου 2018 σε ισόβια κάθειρξη για δέκα ανθρωποκτονίες, πολυάριθμες απόπειρες ανθρωποκτονίας, ληστείες και συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση NSU. Η απόφαση εκείνης της δίκης είχε αναγνωρίσει ιδιαίτερη βαρύτητα της ενοχής της και κατέστη αμετάκλητη μετά την αποτυχία των προσπαθειών ανατροπής της, συμπεριλαμβανομένης συνταγματικής προσφυγής.
Στο γερμανικό σύστημα, όταν έχει επιβληθεί ισόβια κάθειρξη, το δικαστήριο εκτέλεσης ποινών εξετάζει μετά την παρέλευση 15 ετών κράτησης αν η βαρύτητα της ενοχής εξακολουθεί να επιβάλλει την παραμονή του καταδικασμένου στη φυλακή. Εφόσον δεν εγκρίνεται αναστολή, καθορίζει το ελάχιστο διάστημα που πρέπει να εκτιθεί. Αργότερα απαιτείται και θετική εκτίμηση ότι ο καταδικασμένος δεν αναμένεται να διαπράξει νέα εγκλήματα.
Στην περίπτωση της Beate Z., το δικαστήριο έκρινε ότι ο ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός φόνων και άλλων ιδιαίτερα σοβαρών πράξεων εξακολουθεί να υπερισχύει των στοιχείων που λειτουργούν υπέρ της. Γι’ αυτό απέρριψε την αναστολή της ισόβιας ποινής, χωρίς να χρειαστεί προς το παρόν να αξιολογήσει την πιθανότητα μελλοντικής υποτροπής.
Η υπεράσπιση είχε ζητήσει ελάχιστο χρόνο κράτησης 20 ετών, ενώ η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία είχε προτείνει 25 χρόνια. Το δικαστήριο κατέληξε στα 24, συνεκτιμώντας τόσο τη βαρύτητα των εγκλημάτων όσο και τη μετέπειτα συμπεριφορά της καταδικασμένης.
Τι αναγνώρισε η Beate Z. μετά την καταδίκη
Σύμφωνα με την αιτιολογία της νέας απόφασης, η 51χρονη παραδέχθηκε ότι, τουλάχιστον μετά τον πρώτο φόνο στη Νυρεμβέργη, γνώριζε εκ των προτέρων για τις επόμενες σχεδιαζόμενες δολοφονίες. Η τοποθέτηση αυτή διαφοροποιείται από όσα είχε ισχυριστεί στη δίκη της: κατά την κατάθεσή της ως μάρτυρα σε διαδικασία εναντίον φερόμενης υποστηρίκτριας της NSU αναγνώρισε ότι η προηγούμενη εκδοχή της δεν ήταν αληθινή. Έδωσε επίσης εξηγήσεις σε προσωπική ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου.
Το δικαστήριο εκτίμησε ότι με τις παραδοχές αυτές αναγνώρισε κατ’ αρχήν την ενοχή της και πράξεις συμμετοχής στις δολοφονίες. Η ίδια εξέφρασε ντροπή για την καταστροφή ή τη σοβαρή βλάβη που προκάλεσε στις ζωές αθώων ανθρώπων, ενώ δήλωσε ότι αποστασιοποιείται από την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία που βρισκόταν πίσω από τα εγκλήματα.
Υπέρ της συνεκτιμήθηκαν η χωρίς πειθαρχικά προβλήματα συμπεριφορά της στη φυλακή, η εξέλιξη της προσωπικότητάς της και οι αρνητικές επιδράσεις της πολυετούς κράτησης. Οι δικαστές δεν εντόπισαν στη συμπεριφορά της κατά την έκτιση της ποινής ενδείξεις ότι διατηρεί ακροδεξιές πεποιθήσεις. Παρά τα θετικά αυτά στοιχεία, έκριναν ότι δεν αρκούν για να μειωθεί το κατώτατο όριο κάτω από τα 24 χρόνια.
Οι δέκα δολοφονίες και ο Θεόδωρος Βουλγαρίδης
Η NSU είχε συγκροτηθεί από την Beate Z. και τους Uwe B. και Uwe M., οι οποίοι έχουν πλέον πεθάνει. Κατά το δικαστήριο, οι δύο άνδρες εκτελούσαν τις επιθέσεις με εθνικοσοσιαλιστικά και ρατσιστικά κίνητρα, ενώ η Beate Z. καταδικάστηκε ως συναυτουργός, με συγκεκριμένο ρόλο στη διατήρηση και την κάλυψη της οργάνωσης.
Η σειρά των δολοφονιών άρχισε στις 9 Σεπτεμβρίου 2000 στη Νυρεμβέργη, με θύμα τον ανθοπώλη Enver Şimşek. Το 2001 ακολούθησαν ο ράφτης Abdurrahim Özüdoğru στη Νυρεμβέργη στις 13 Ιουνίου, ο καταστηματάρχης Süleyman Taşköprü στο Αμβούργο στις 27 Ιουνίου και ο έμπορος οπωροκηπευτικών Habil Kılıç στο Μόναχο στις 29 Αυγούστου.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2004 δολοφονήθηκε ο Yunus Turgut, εργαζόμενος σε καντίνα στο Ρόστοκ. Στις 9 Ιουνίου 2005 σκοτώθηκε ο ιδιοκτήτης καταστήματος εστίασης İsmail Yaşar στη Νυρεμβέργη. Έξι ημέρες αργότερα, στις 15 Ιουνίου 2005, οι δράστες δολοφόνησαν τον Θεόδωρο Βουλγαρίδη, ιδιοκτήτη καταστήματος κλειδαρά στην οδό Trappentreustraße 4 του Μονάχου.
Το 2006 ακολούθησαν ο ιδιοκτήτης περιπτέρου Mehmet Kubaşık στο Ντόρτμουντ στις 4 Απριλίου και ο ιδιοκτήτης ίντερνετ καφέ Halit Yozgat στο Κάσελ στις 6 Απριλίου. Στις 25 Απριλίου 2007, στο Χάιλμπρον, οι Uwe B. και Uwe M. πυροβόλησαν δύο αστυνομικούς μέσα στο περιπολικό τους: η Michèle Kiesewetter έχασε τη ζωή της, ενώ ο συνάδελφός της Martin Arnold τραυματίστηκε σοβαρά. Στη συνέχεια αφαίρεσαν από τους αστυνομικούς τα υπηρεσιακά όπλα και τα πυρομαχικά τους.
Σύμφωνα με τα δικαστικά πορίσματα, η Beate Z. φρόντιζε να μην αποκαλυφθούν τα τρία μέλη της οργάνωσης, εξασφαλίζοντας μεταξύ άλλων μέσα επικοινωνίας καταχωρισμένα σε άλλα ονόματα, πλαστά έγγραφα και παραπλανητικές εξηγήσεις προς τους γείτονες. Διαχειριζόταν επίσης οικονομικά ζητήματα και χρήματα από ληστείες, ενώ είχε αναλάβει, αν χρειαζόταν, τη δημοσιοποίηση βίντεο με το οποίο η NSU θα αναλάμβανε την ευθύνη των επιθέσεων.
Στην καταδίκη της περιλαμβάνονται επίσης απόπειρες ανθρωποκτονίας σε 32 συρρέουσες περιπτώσεις, σε άλλες τέσσερις συρρέουσες περιπτώσεις και σε δύο ακόμη περιπτώσεις, απόπειρα ανθρωποκτονίας μέσω σοβαρού εμπρησμού και ληστείες. Η δράση της οργάνωσης περιλάμβανε και δύο βομβιστικές επιθέσεις στην Κολωνία, με πολλούς τραυματίες, ορισμένους από τους οποίους με σοβαρές βλάβες στην υγεία τους.
Πότε μπορεί να επανεξεταστεί η αποφυλάκιση
Η Beate Z. κρατείται συνεχώς από τις 8 Νοεμβρίου 2011, αρχικά σε προσωρινή κράτηση. Η εκτέλεση της αμετάκλητης ποινής ισόβιας κάθειρξης άρχισε στις 13 Αυγούστου 2018. Το όριο των 24 ετών αφορά μόνο την ελάχιστη διάρκεια που επιβάλλει η βαρύτητα της ενοχής: μετά τη συμπλήρωσή του θα πρέπει να εξεταστεί χωριστά αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή του υπολοίπου της ποινής.
Το δικαστήριο σημειώνει ότι η ρύθμιση αφήνει στην 51χρονη μια ρεαλιστική πιθανότητα να αποφυλακιστεί ενόσω βρίσκεται στη ζωή, χωρίς να προδικάζει αν θα συμβεί κάτι τέτοιο. Η απόφαση της 23ης Οκτωβρίου δεν είναι ακόμη τελεσίδικη. Τόσο η υπεράσπιση όσο και η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία μπορούν να ασκήσουν άμεση προσφυγή στο Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριο (Bundesgerichtshof).
Πηγές πληροφοριών: Βαυαρικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο Μονάχου.