Ισπανία – Σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης περιήλθε ο ισπανικός θύλακας της Θέουτα στη Βόρεια Αφρική, όπου τουλάχιστον 49.000 μετανάστες εισήλθαν μαζικά στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ 19 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να προσπεράσουν τους θαλάσσιους και χερσαίους φράκτες.
Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις, εν μέσω καταγγελιών για καθυστερημένη αντίδραση και ανοχή των μαροκινών αρχών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- 49.000 μετανάστες εισήλθαν στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, καταγράφοντας 19 νεκρούς.
- 8 ώρες καθυστέρηση σημειώθηκε στην έγκριση αποστολής του ισπανικού στρατού από την κυβέρνηση Σάντσεθ.
- 500.000 νομιμοποιήσεις περιελάμβανε το πρόγραμμα της Μαδρίτης που προηγήθηκε τον Απρίλιο.
Η στάση του Μαρόκου και οι αιτιάσεις της Πολιτοφυλακής
Στελέχη της Πολιτοφυλακής της Ισπανίας διατυπώνουν ευθείες αιχμές κατά των αρχών του Μαρόκου, καταλογίζοντάς τους πλήρη ανοχή απέναντι στις μαζικές μετακινήσεις χιλιάδων νέων προς τη μεθοριακή γραμμή.
Όπως αποκαλύπτουν αστυνομικές πηγές, η προσέλευση των μεταναστών ήταν ορατή και γνωστή εδώ και ημέρες, χωρίς ωστόσο να ληφθούν τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα διάλυσης των συγκεντρώσεων κοντά στον συνοριακό φράχτη, σε αντίθεση με προγενέστερες επιχειρήσεις που είχαν διεξαχθεί στην περιοχή.
Η συνεργασία των μαροκινών δυνάμεων περιορίστηκε αποκλειστικά στην περισυλλογή ατόμων που κολυμπούσαν στη μέση της θάλασσας κατόπιν υποδείξεων των ισπανικών αρχών, γεγονός που οδήγησε τελικά στο ολοκληρωτικό άνοιγμα των πυλών της Θέουτα και στην πρόκληση μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης.
Η ραγδαία κλιμάκωση της πίεσης ενισχύθηκε σημαντικά από τη διασπορά φημών που ανέφεραν ότι τα σύνορα με την Ισπανία παρέμεναν ανοιχτά για όσους δεν διέθεταν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, ωθώντας εκατοντάδες ανθρώπους να επιχειρούν καθημερινά τη θαλάσσια διέλευση.
Έχοντας διαπιστώσει την απουσία προληπτικών εμποδίων κατά τις προηγούμενες ημέρες, όπου περισσότερα από 200 άτομα κατέφθαναν ημερησίως κολυμπώντας, οι μεταναστευτικές ομάδες οργανώθηκαν μαζικά προκειμένου να παραβιάσουν τα σύνορα, προκαλώντας τη χειρότερη ανθρωπιστική και επιχειρησιακή κρίση στην περιοχή από το 2014, όταν σε διάστημα τεσσάρων ημερών είχαν καταγραφεί 14.000 αφίξεις.
Η καθυστερημένη αντίδραση της Μαδρίτης και η ανάπτυξη του στρατού
Την ίδια στιγμή που η τοπική κοινωνία της Θέουτα βρισκόταν αντιμέτωπη με την άτακτη μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων στους δρόμους της πόλης, η κεντρική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ δέχεται σφοδρή κριτική για σημαντική καθυστέρηση στη λήψη αποφασιστικών μέτρων.
Κατά τις πρώτες ώρες εκδήλωσης του φαινομένου, μόλις 55 στελέχη της αστυνομίας και της ακτοφυλακής βρίσκονταν στο πεδίο επιχειρήσεων, αδυνατώντας να διαχειριστούν τον τεράστιο όγκο των εισρεόντων μεταναστών.
Παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος της αυτοδιοικούμενης πόλης, Χουάν Χεσούς Βίβας, ζήτησε άμεσα τη συνδρομή των ισπανικών ένοπλων δυνάμεων από τις πρώτες πρωινές ώρες, το αίτημά του απορρίφθηκε αρχικά, καθυστερώντας την επιχειρησιακή παρέμβαση κατά οκτώ ολόκληρες ώρες μέχρι την επίσημη ανακοίνωση ενίσχυσης των δυνάμεων ασφαλείας.
Μέτρα στα σύνορα και η πολιτική πίεση για άμεσες επαναπροωθήσεις
Μετά τη δημοσιοποίηση των δραματικών εικόνων και την εξάπλωση της έντασης στον δεύτερο ισπανικό θύλακα της Μελίγια, οι συνοριακές αρχές του Μαρόκου προχώρησαν στην τοποθέτηση σημείων ελέγχου σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τον φράχτη.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις στο Ραμπάτ και τη Μαδρίτη συμφώνησαν την ενεργοποίηση διαδικασιών επιστροφής για όσους εισήλθαν παράνομα στο ισπανικό έδαφος, μέτρο το οποίο ωστόσο δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να ανακόψει πλήρως τις μεταναστευτικές πιέσεις στα θαλάσσια και χερσαία περάσματα της βόρειας Αφρικής.
Στο πολιτικό πεδίο, το αξιωματικό αντιπολιτευόμενο Λαϊκό Κόμμα της Ισπανίας αξιώνει την άμεση τροποποίηση του Νόμου περί Μετανάστευσης, ζητώντας τη θεσμοθέτηση της πολιτικής των άμεσων επαναπροωθήσεων στα σύνορα τόσο για τις χερσαίες όσο και για τις θαλάσσιες αφίξεις στη Θέουτα και τη Μελίγια.
Η πρόταση αυτή έρχεται σε συνέχεια της νομοθετικής πρωτοβουλίας που είχε κατατεθεί στις 16 Ιουλίου, ενώ εντάσσεται στο πλαίσιο της έντονης αντιπαράθεσης για το εκτεταμένο πρόγραμμα εξομάλυνσης καθεστώτος διαμονής που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση τον Απρίλιο, το οποίο αφορούσε την πιθανή νομιμοποίηση περίπου 500.000 μεταναστών χωρίς άδεια παραμονής.