Γερμανία – Συμπληρώθηκε χθες, 6 Μαΐου 2026, το πρώτο έτος από την ανάληψη των καθηκόντων της κυβέρνησης υπό τον Φρίντριχ Μερτς, ωστόσο το πολιτικό κλίμα στο Βερολίνο απέχει κατά πολύ από το να χαρακτηριστεί εορταστικό.
Ο Γερμανός καγκελάριος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σύνθετη «πολυκρίση» που εκτείνεται από την οικονομική στασιμότητα και τις εσωτερικές κυβερνητικές έριδες μέχρι τη ραγδαία άνοδο της ακροδεξιάς και τις τεταμένες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια επετειακή τοποθέτησή του, ο ίδιος ο καγκελάριος δεν δίστασε να κάνει λόγο για πρωτοφανείς πιέσεις, την ώρα που οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια εξαιρετικά αρνητική εικόνα για το έργο του, με την Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) να υποχωρεί σημαντικά έναντι της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD). Η δημόσια παραδοχή του για ελλείμματα στον τομέα της επικοινωνίας και η προειδοποίηση ότι η ψευδαίσθηση της ευημερίας στη χώρα δεν θα αντέξει επί μακρόν, συνθέτουν το σκηνικό μιας διακυβέρνησης που παλεύει να ανακτήσει τον έλεγχο της ατζέντας.
Η τρέχουσα κατάσταση στην καγκελαρία χαρακτηρίζεται από έντονο προβληματισμό, καθώς ο Φρίντριχ Μερτς καλείται πλέον να απαντά σε ερωτήματα ακόμη και για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών ή την αναζήτηση ψήφου εμπιστοσύνης. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποστηρίζει πως κανένας προκάτοχός του δεν κλήθηκε να διαχειριστεί τόσα πολλά μέτωπα ταυτόχρονα, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει στα ύψη. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία των μετρήσεων, ο καγκελάριος κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις δημοτικότητας, ενώ οι πολίτες φαίνεται να αποδίδουν την ευθύνη για τα προβλήματα στον ίδιο προσωπικά και όχι μόνο στη δομή του κυβερνητικού συνασπισμού. Η αναταραχή αυτή ενισχύεται από την παραδοχή ότι η Γερμανία, μετά από δεκαετίες ειρήνης και οικονομικής ανόδου, βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο όπου οι παλαιές σταθερές κλονίζονται συθέμελα, προκαλώντας βαθιά ανησυχία για το μέλλον της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.
Οικονομικό τέλμα και το ανεκπλήρωτο «φθινόπωρο των μεταρρυθμίσεων»
Η γερμανική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση παρατεταμένης στασιμότητας, χωρίς να έχει καταφέρει να σημειώσει ουσιαστική ανάπτυξη μετά την περίοδο της πανδημίας. Ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις για το τρέχον έτος και το 2027 προέβλεπαν ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ 1,0% και 1,6%, οι πρόσφατες εξελίξεις στο διεθνές στερέωμα ανάγκασαν τους αναλυτές σε μια δραστική αναθεώρηση της τάξης του -50%. Οι δασμοί που επιβλήθηκαν από την Ουάσιγκτον και η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει άμεσα τις επιδόσεις του επιχειρηματικού τομέα. Η γκρίνια είναι πλέον διάχυτη ακόμη και εντός του Οικονομικού Συμβουλίου του CDU, με τον καγκελάριο να δέχεται πιέσεις από τον παραδοσιακά προνομιακό για εκείνον χώρο της οικονομίας, την ίδια ώρα που οι προοπτικές για ταχεία ανάκαμψη φαίνονται εξαιρετικά περιορισμένες αν δεν υπάρξει άμεση εξομάλυνση των διεθνών συνθηκών.
Παράλληλα, οι υποσχέσεις για το περιβόητο «φθινόπωρο των μεταρρυθμίσεων» φαίνεται πως έμειναν κενό γράμμα. Οι ρητές δεσμεύσεις για δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, περικοπές στο ενεργειακό κόστος και φορολογικές ελαφρύνσεις βρίσκονται ακόμη στη λίστα αναμονής, καθώς οι διαφωνίες μεταξύ των εταίρων της κυβέρνησης μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια για «γενναίες και γρήγορες» αλλαγές. Η κατάσταση επιδεινώνεται από το τεράστιο κενό ύψους 16 δισεκατομμυρίων ευρώ που εντοπίζεται στο ασφαλιστικό σύστημα. Η κάλυψη αυτής της τρύπας αναμένεται να επιφέρει επώδυνα μέτρα, όπως η αύξηση της συμμετοχής των πολιτών στα φάρμακα, ο περιορισμός της δωρεάν οικογενειακής κάλυψης και η επιβολή υψηλότερων εισφορών για τους υψηλόμισθους. Επιπλέον, εξετάζονται ανώτατα όρια στις αμοιβές των ιατρών και η καθιέρωση φόρου στα ζαχαρούχα ποτά, κινήσεις που προκαλούν αντιδράσεις σε διάφορα κοινωνικά στρώματα και επαγγελματικές ομάδες, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο το έργο της κυβέρνησης Μερτς.
Αμυντικός επανεξοπλισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς στις δημοσκοπήσεις
Στον τομέα της ασφάλειας, η Γερμανία προχώρησε σε μια ιστορική στροφή, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή απροθυμία της για εξοπλιστικά προγράμματα. Κατά το προηγούμενο έτος, οι στρατιωτικές δαπάνες της χώρας αυξήθηκαν κατά 24%, αγγίζοντας τα 110 δισεκατομμύρια ευρώ. Η εξέλιξη αυτή κατατάσσει τη Γερμανία στην τέταρτη θέση παγκοσμίως σε αμυντικές δαπάνες, ακολουθώντας τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Ο προγραμματισμός προβλέπει τον διπλασιασμό αυτού του ποσού έως το 2030, γεγονός που απαιτεί σημαντικές ανακατανομές στον κρατικό προϋπολογισμό. Ωστόσο, αυτό το μαζικό σχέδιο επανεξοπλισμού και οι αλλαγές στη νομοθεσία για τη στρατιωτική θητεία συνεπάγονται ταυτόχρονα αντιδημοφιλείς περικοπές στις κοινωνικές παροχές και την επιβολή νέων φορολογικών βαρών, προκαλώντας τριγμούς στην κοινωνική συνοχή και τροφοδοτώντας την κριτική από την αντιπολίτευση.
Η δυσαρέσκεια αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, όπου η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κερδίζει διαρκώς έδαφος, ξεπερνώντας το κόμμα του καγκελάριου. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Ινστιτούτου INSA, το 25% των ερωτηθέντων επιθυμεί την AfD να ορίσει τον επόμενο καγκελάριο, ενώ μόλις το 19% επιλέγει την Χριστιανική Ένωση. Ακόμη πιο ανησυχητικό για το πολιτικό κατεστημένο είναι το γεγονός ότι η πλειοψηφία των πολιτών φαίνεται πλέον να προκρίνει έναν κυβερνητικό συνασπισμό μεταξύ CDU/CSU και AfD. Ο Φρίντριχ Μερτς, αναγνωρίζοντας το πρόβλημα, παραδέχθηκε πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα στην επικοινωνία του κυβερνητικού έργου, ωστόσο η πίεση που δέχεται είναι τέτοια που πλέον εξετάζονται σενάρια ακόμη και για κυβέρνηση μειοψηφίας με την ανοχή της ακροδεξιάς, μια προοπτική που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητη για τα γερμανικά πολιτικά δεδομένα.
Διπλωματικό ψύχος με την Ουάσιγκτον και η κρίση επικοινωνίας
Οι σχέσεις της Γερμανίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες διέρχονται μια από τις πιο ψυχρές περιόδους τους, ειδικά μετά την αμήχανη παρουσία του Μερτς στο Οβάλ Γραφείο τον περασμένο Μάρτιο. Η δημόσια άρνηση του καγκελάριου να παράσχει στρατιωτική στήριξη στις αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος», προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε σε υψηλούς τόνους, καλώντας τον Μερτς να ασχοληθεί με τη «διαλυμένη χώρα του» και ανακοινώνοντας την απόσυρση 5.000 στρατιωτών από τις βάσεις επί γερμανικού εδάφους. Παρά τις προσπάθειες της καγκελαρίας να υποβαθμίσει το γεγονός, ισχυριζόμενη ότι οι σχέσεις παραμένουν σε καλό επίπεδο, το διπλωματικό χάσμα είναι πλέον εμφανές και προσθέτει ένα ακόμη βάρος στην ήδη επιβαρυμένη ατζέντα του Βερολίνου.
Κλείνοντας τον πρώτο χρόνο της θητείας του, ο Φρίντριχ Μερτς κατέγραψε δύο ιστορικά ρεκόρ: είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία καγκελάριος που ανέλαβε την εξουσία και ο πρώτος που χρειάστηκε δύο ψηφοφορίες στην Bundestag για να εκλεγεί. Σήμερα, διαχειριζόμενος μια διαρκή κρίση, παραδέχεται πως το αποτέλεσμα των προσπαθειών του δεν είναι αρκετό και ότι η κυβέρνησή του υστερεί σε σημαντικούς τομείς. Οι εσωτερικές έριδες μεταξύ των εταίρων και η αλληλοεπίρριψη ευθυνών για την απροθυμία συμβιβασμού κυριαρχούν στη δημόσια εικόνα του συνασπισμού. Ο καγκελάριος φαίνεται να συνειδητοποιεί πως η έλλειψη ορατών αποτελεσμάτων και η προβληματική επικοινωνία έχουν δημιουργήσει ένα αρνητικό κλίμα που δύσκολα ανατρέπεται, αφήνοντας την επέτειο του πρώτου έτους χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο για εορτασμό.