Βερολίνο – Σε μια πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης φαίνεται να εισέρχεται η πολιτική ηγεμονία του Φρίντριχ Μερτς, καθώς η δημοτικότητά του καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση που έχει σημειωθεί ποτέ για εν ενεργεία Γερμανό ηγέτη.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της δημοσκόπησης Deutschlandtrend, η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία Infratest Dimap για λογαριασμό του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα ARD, η αποδοχή των πολιτών προς το πρόσωπο του καγκελάριου έχει διολισθήσει στο 16%.
Το ποσοστό αυτό αποτελεί ιστορικό ναδίρ από την έναρξη των συγκεκριμένων μετρήσεων το 1997, υπογραμμίζοντας τις έντονες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Χριστιανοδημοκράτης ηγέτης στην προσπάθειά του να πείσει το εκλογικό σώμα για την καταλληλότητά του στην ηγεσία της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πτώση αυτή, που ανέρχεται σε 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τον Απρίλιο, συνοδεύεται από ένα συντριπτικό κύμα δυσαρέσκειας. Συγκεκριμένα, το 83% των ερωτηθέντων δηλώνει πλέον δυσαρεστημένο από την απόδοση του Μερτς, παρουσιάζοντας αύξηση 7 μονάδων μέσα σε έναν μόλις μήνα.
Τα ευρήματα αυτά έρχονται έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Μάιο του 2025, και αντανακλούν τη βαθιά απογοήτευση της κοινής γνώμης για την αδυναμία της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις προεκλογικές της υποσχέσεις.
Η κατάσταση κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς το 69% των ψηφοφόρων θεωρεί πλέον τον καγκελάριο ακατάλληλο για τη θέση που κατέχει, ενώ μόλις το 25% διατηρεί αντίθετη άποψη.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επιδόσεις αυτές είναι χειρότερες ακόμα και από εκείνες του προκατόχου του, Όλαφ Σολτς. Ο Σολτς είχε καταγράψει το δικό του ιστορικό χαμηλό με ποσοστό 18% τον Σεπτέμβριο του 2024, λίγο πριν την κατάρρευση του τότε κυβερνητικού συνασπισμού.
Η τρέχουσα μέτρηση πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.303 Γερμανών ψηφοφόρων μέσω τηλεφώνου και διαδικτύου, επιβεβαιώνοντας πως η πολιτική φθορά του Φρίντριχ Μερτς εξελίσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν της σύγχρονης γερμανικής πολιτικής σκηνής.
Τα αίτια της ραγδαίας πτώσης στην αποδοχή του καγκελάριου
Η ραγδαία υποχώρηση της δημοτικότητας του Φρίντριχ Μερτς αποδίδεται σε ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών και πολιτικών παραγόντων που πιέζουν ασφυκτικά το Βερολίνο.
Κεντρικό ρόλο παίζει η αδυναμία υλοποίησης των φιλικών προς τις επιχειρήσεις μεταρρυθμίσεων που είχαν ανακοινωθεί με την ανάληψη της εξουσίας. Αντί για την υποσχόμενη αναζωογόνηση, η γερμανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με υποβαθμισμένες προβλέψεις ανάπτυξης και προειδοποιήσεις για περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού.
Παράλληλα, εξωτερικοί παράγοντες, όπως η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, έχουν οδηγήσει σε εκτόξευση των τιμών της ενέργειας, πλήττοντας άμεσα το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Μερτς εμφανίζεται εγκλωβισμένη σε διαρκείς διαμάχες εντός του συνασπισμού, οι οποίες εμποδίζουν τη λήψη αποφασιστικών μέτρων.
Η κριτική αυξάνεται καθώς δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος ούτε στην αποκατάσταση της ηγετικής θέσης της Γερμανίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Αυτή η πολιτική παράλυση, σε συνδυασμό με την οικονομική αβεβαιότητα, έχει δημιουργήσει ένα εύφορο έδαφος για την ενίσχυση της ακροδεξιάς παράταξης.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ακροδεξιά προηγείται σε αρκετές περιφέρειες, εκμεταλλευόμενη το κενό ηγεσίας και τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων που αισθάνονται προδομένοι από τις ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις του καγκελάριου.