Βισμπάντεν – Σημάδια κάμψης εμφανίζει η δημογραφική εικόνα της Γερμανίας, καθώς ο πληθυσμός της χώρας κατέγραψε μείωση για πρώτη φορά μετά την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis) που εδρεύει στο Βισμπάντεν, στα τέλη του 2025 ζούσαν στη γερμανική επικράτεια περίπου 83,5 εκατομμύρια άνθρωποι, αριθμός μειωμένος κατά περίπου 100.000 σε σχέση με το τέλος του 2024.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια αντιστροφή της τάσης που επικρατούσε τα τελευταία χρόνια. Με εξαίρεση το πρώτο έτος της πανδημίας (2020), ο πληθυσμός της Γερμανίας αυξανόταν συνεχώς κατά την περίοδο από το 2011 έως το 2024. Η Στατιστική Υπηρεσία επισημαίνει ότι παρόμοιες πτωτικές τάσεις είχαν παρατηρηθεί στο παρελθόν μόνο κατά την περίοδο 2003-2010 και το 2020, αναδεικνύοντας τη σοβαρότητα των νέων δεδομένων για τη δημογραφική δομή της χώρας.
Το χάσμα γεννήσεων-θανάτων και η ανεπαρκής αναπλήρωση
Η βασική αιτία πίσω από τη μείωση του πληθυσμού εντοπίζεται στο διευρυνόμενο έλλειμμα γεννήσεων, μια δομική ανισορροπία που χαρακτηρίζει τη Γερμανία από την επανένωση του 1990 και μετά. Κάθε χρόνο, οι θάνατοι στη χώρα υπερτερούν των γεννήσεων. Για το 2025, τα ληξιαρχεία κατέγραψαν μεταξύ 640.000 και 660.000 γεννήσεων, αριθμός αισθητά χαμηλότερος από τις 677.117 γεννήσεις του 2024. Στον αντίποδα, οι θάνατοι ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο, παραμένοντας σταθερά υψηλοί, όπως και το προηγούμενο έτος (1,01 εκατομμύρια το 2024).
Από την ανάλυση των αριθμών προκύπτει ένα «έλλειμμα γεννήσεων» (Geburtendefizit) που κυμαίνεται μεταξύ 340.000 και 360.000 ατόμων. Αυτό το τεράστιο κενό δεν κατέστη δυνατό να καλυφθεί φέτος από την εισροή μεταναστών, η οποία παραδοσιακά λειτουργούσε ως αντισταθμιστικός παράγοντας για τη γήρανση του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη δεκαετία του 2010, το μέσο έλλειμμα γεννήσεων ήταν περίπου 171.000 άτομα ετησίως, δηλαδή σχεδόν το μισό σε σύγκριση με τα σημερινά επίπεδα, γεγονός που καθιστούσε ευκολότερη την πληθυσμιακή αναπλήρωση μέσω της μετανάστευσης.
