Ελβετία – Η διόγκωση των κρατικών δαπανών φέρνει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ορθολογική διαχείριση των δημόσιων πόρων, καθώς ο όγκος που καταλαμβάνουν οι κρατικές επιδοτήσεις αγγίζει πλέον ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Με τον προϋπολογισμό να επιβαρύνεται σημαντικά από τις διαρκώς αυξανόμενες κοινωνικές παροχές, οι αρμόδιες αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα πολύπλοκο δίκτυο χρηματοδοτήσεων που καλύπτει χιλιάδες διαφορετικούς αποδέκτες σε όλη τη χώρα. Το οικονομικό επιτελείο δέχεται πλέον ισχυρές πιέσεις από εμπειρογνώμονες για την υιοθέτηση αυστηρότερων κριτηρίων στην κατανομή των εθνικών κονδυλίων.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Άλμα δαπανών από τα 30,7 δισεκατομμύρια το 2008 στα 50,6 δισεκατομμύρια φράγκα έως το 2025.
- Περισσότεροι από 22.500 δικαιούχοι λαμβάνουν άμεση κρατική οικονομική ενίσχυση.
- Το 60% των συνολικών εξόδων της κεντρικής διοίκησης αφορά άμεσες παροχές.
- Η κοινωνική πρόνοια απορροφά σχεδόν τα μισά κεφάλαια του συστήματος.
Το σύστημα διανομής κρατικών πόρων αποδεικνύεται εξαιρετικά δαιδαλώδες, με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Οικονομικών (Eidgenössische Finanzverwaltung) να καταγράφει περισσότερες από 500 διαφορετικές κατηγορίες ενισχύσεων. Οι χρηματοδοτήσεις αυτές καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων, το οποίο εκτείνεται από την προώθηση του τουριστικού προϊόντος και την υποστήριξη της κινηματογραφικής παραγωγής μέχρι τη συντήρηση ιστορικών συγκοινωνιακών δικτύων. Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η πραγματική εικόνα των δικαιούχων, το Ινστιτούτο Ελβετικής Οικονομικής Πολιτικής (IWP) του Πανεπιστημίου της Luzern διεξήγαγε ενδελεχή έρευνα, καταγράφοντας περισσότερους από 22.500 αποδέκτες που επωφελούνται από τον κρατικό κορβανά, αναδεικνύοντας έτσι την τεράστια διασπορά του δημόσιου χρήματος.
Μέσα σε αυτό το εκτεταμένο δίκτυο, η κοινωνική πρόνοια καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος, απορροφώντας 47 από τα 100 φράγκα που διαθέτει η κεντρική διοίκηση. Κατά το περασμένο έτος, το συνολικό ποσό που κατευθύνθηκε στο κοινωνικό κράτος ανήλθε στα 23,9 δισεκατομμύρια φράγκα, με το μεγαλύτερο μέρος, ύψους 10,8 δισεκατομμυρίων, να καταλήγει στο ταμείο συντάξεων AHV. Παράλληλα, τεράστια ποσά διατέθηκαν για την ασφάλιση αναπηρίας IV που έλαβε 4,2 δισεκατομμύρια, καθώς και για τις επιδοτήσεις ασφαλίστρων υγείας που ξεπέρασαν τα 3,6 δισεκατομμύρια. Το κοινωνικό κράτος αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή των εθνικών δαπανών.
Το δυσβάσταχτο βάρος της κοινωνικής πρόνοιας στον κρατικό προϋπολογισμό
Μετά την κοινωνική προστασία, οι τομείς των μεταφορών και της εκπαίδευσης συνιστούν τους επόμενους μεγάλους πυλώνες απορρόφησης κεφαλαίων, με τις σχετικές δαπάνες να διαμορφώνονται στα 8,3 και 8,2 δισεκατομμύρια φράγκα αντίστοιχα. Στον κλάδο των συγκοινωνιών, οι δημόσιες μεταφορές απολαμβάνουν τεράστιας κρατικής στήριξης, γεγονός που αποτυπώνεται στην ενίσχυση του ταμείου σιδηροδρομικών υποδομών Bahninfrastrukturfonds με 5,8 δισεκατομμύρια μόνο κατά την περσινή χρονιά. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες δεν παρουσιάζουν απλώς τους υψηλότερους προϋπολογισμούς, αλλά καταγράφουν και τη μεγαλύτερη αναλογική αύξηση από το 2008.
Εντυπωσιακή δυναμική αναπτύσσουν και μικρότερες κατηγορίες, με τις επιχορηγήσεις προς τον οικονομικό τομέα να δεκαπλασιάζονται κυριολεκτικά, εκτινασσόμενες από τα 147 εκατομμύρια στο 1,7 δισεκατομμύριο. Η δραματική αυτή αύξηση οφείλεται κυρίως στη δημιουργία του ειδικού ταμείου δικτύων Netzzuschlagsfonds, το οποίο συστάθηκε το 2018 και χρηματοδοτείται σήμερα με 1,2 δισεκατομμύρια για την προώθηση εγκαταστάσεων βιώσιμης ενέργειας. Αντιθέτως, ο μοναδικός τομέας που παρουσίασε οριακή μείωση ήταν η εθνική ασφάλεια, με περικοπή μόλις 330.000 φράγκων, ενώ ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παλαιότερη ενεργή επιδότηση από το 1884 για την κτηνοτροφία, η οποία κοστίζει 44,6 εκατομμύρια ετησίως. Η χρηματοδοτική αυτή εξάρτηση ενισχύεται σταθερά σε βάθος δεκαετιών.
Η ραγδαία αύξηση των δαπανών και οι τομείς με τη μεγαλύτερη απορρόφηση
Η αδυναμία περιορισμού αυτών των εξόδων πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από τις αυστηρές νομοθετικές δεσμεύσεις που συνοδεύουν πολλά προγράμματα, καθώς το ύψος τους συνδέεται αυτόματα με συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμβολή στο ταμείο AHV, η οποία είναι νομικά ασφαλισμένη στο 20,2% των ετήσιων δαπανών της ασφάλισης, καθιστώντας απαραίτητη την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου για οποιαδήποτε παρέμβαση. Μια τέτοια φιλόδοξη προσπάθεια εξυγίανσης επιχείρησε πρόσφατα η υπουργός Οικονομικών Karin Keller-Sutter, χωρίς ωστόσο να βρει την απαιτούμενη θεσμική στήριξη, με αποτέλεσμα το σχέδιο περιορισμού να εγκαταλειφθεί οριστικά.
Οι συστημικές αυτές αδυναμίες δημιουργούν έντονο σκεπτικισμό στους ερευνητικούς κύκλους. Ο αναλυτής του IWP, Martin Mosler, εκτιμά ότι η ανεξέλεγκτη διασπορά κεφαλαίων προς κάθε κατεύθυνση καθιστά σχεδόν αδύνατη την ορθή ιεράρχηση των εθνικών αναγκών. Σε ανάλογο μήκος κύματος, ο Samuel Rutz από την εταιρεία μελετών Swiss Economics υπογραμμίζει τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την παγίωση αυτών των πρακτικών, επισημαίνοντας ότι οι στοχευμένες παροχές προς ειδικές ομάδες συμφερόντων προκαλούν εκτεταμένες στρεβλώσεις στην αγορά και ενισχύουν φαινόμενα οικονομικού προστατευτισμού. Ο περιορισμός των ευνοιοκρατικών πρακτικών κρίνεται πλέον επιβεβλημένος.
Τα νομικά κενά και οι στρεβλώσεις που προκαλούνται στην ελεύθερη αγορά
Για την αντιμετώπιση αυτής της παγιωμένης κατάστασης, οι οικονομικοί φορείς καταθέτουν μια σειρά από ριζοσπαστικές προτάσεις που στοχεύουν στην άμεση ενίσχυση της λογοδοσίας και του δημόσιου ελέγχου. Η επιστημονική ομάδα του IWP προκρίνει τη δημιουργία ενός ανοιχτού, κεντρικού μητρώου στο οποίο θα καταγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι αποδέκτες δημόσιων πόρων, θεσμοθετώντας πρακτικά την απόλυτη διαφάνεια σε κρατικό επίπεδο. Παράλληλα, προτείνεται η εισαγωγή ενός υποχρεωτικού δημοψηφίσματος για την έγκριση μεγάλων χρηματοδοτικών πακέτων, μεταφέροντας την τελική εξουσία από τα υπουργικά γραφεία απευθείας στους ίδιους τους φορολογούμενους πολίτες.
Ως πρόσθετη δικλείδα ασφαλείας απέναντι στη διαιώνιση μη αποδοτικών προγραμμάτων, εξετάζεται σοβαρά η επιβολή αυστηρών ημερομηνιών λήξης σε κάθε νέα παροχή. Μέσω αυτού του μηχανισμού, το κοινοβούλιο θα αναγκάζεται να επαναξιολογεί την αποτελεσματικότητα κάθε μέτρου πριν προχωρήσει στην ανανέωσή του. Οικονομολόγοι επιμένουν επίσης στην ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης των ενισχύσεων που χορηγούνται σε τοπικό επίπεδο, ζητώντας παράλληλα να διακοπούν τα αθέμιτα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν δημόσιες επιχειρήσεις όταν δραστηριοποιούνται ελεύθερα στον ιδιωτικό τομέα. Η πλήρης διαφάνεια αποτελεί το πρώτο βήμα για την οικονομική εξυγίανση.