Βρυξέλλες – Η άμεση παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αναμένεται να αναδιαμορφώσει πλήρως το τοπίο των οικονομικών βαρών για εκατομμύρια καταναλωτές.
Με μια στρατηγική κίνηση που στοχεύει στην αποτροπή ανεξέλεγκτων αυξήσεων, η ευρωπαϊκή ηγεσία αποφάσισε τη χαλάρωση των προβλεπόμενων μέτρων για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που αφορούν τις μεταφορές και τα κτίρια. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα για τους ιδιοκτήτες οχημάτων και ακινήτων, καθώς το νέο πλαίσιο ανακόπτει την απότομη άνοδο του κόστους στα καύσιμα και τη θέρμανση, προσφέροντας παράλληλα μια σημαντική οικονομική ανάσα στον βιομηχανικό τομέα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το Ευρωκοινοβούλιο χαλαρώνει το σύστημα εμπορίας ρύπων ETS2 για μεταφορές και κτίρια.
- Αποτρέπεται η κατακόρυφη αύξηση τιμών σε βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και φυσικό αέριο.
- Ο μηχανισμός σταθερότητας θα μπορεί να απελευθερώνει έως και 80 εκατομμύρια πιστοποιητικά ετησίως.
- Το Βερολίνο υποστήριξε ενεργά την τροποποίηση για την προστασία καταναλωτών και επιχειρήσεων.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο: Πώς διαμορφώνονται οι χρεώσεις σε βενζίνη και θέρμανση
Η λειτουργία του συστήματος απαιτεί από τις ενεργειακές εταιρείες και τους πετρελαϊκούς ομίλους να αποκτούν ειδικά πιστοποιητικά προκειμένου να νομιμοποιούνται για την εκπομπή ρύπων στην ατμόσφαιρα. Στη Γερμανία, η υφιστάμενη επιβάρυνση για τα καύσιμα κίνησης, το πετρέλαιο θέρμανσης και το φυσικό αέριο κυμαίνεται από 55 έως 65 ευρώ ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα, γεγονός που σύμφωνα με εκτιμήσεις του γερμανικού Τύπου μεταφράζεται σε πρόσθετο κόστος περίπου 15,7 λεπτών ανά λίτρο βενζίνης και 17,3 λεπτών για το diesel. Ο εθνικός αυτός μηχανισμός αναμένεται να αντικατασταθεί το 2028 από ένα ενιαίο, πανευρωπαϊκό δίκτυο εμπορίας δικαιωμάτων (ETS2), όπου η τελική τιμολόγηση θα καθορίζεται ελεύθερα από την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αυτή η μετάβαση εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για βίαιες ανατιμήσεις, κινητοποιώντας άμεσα τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη.
Η παρέμβαση των κρατών: Τα εργαλεία ελέγχου για την αποτροπή των ανατιμήσεων
Μπροστά στον ορατό κίνδυνο οικονομικής ασφυξίας, ένας συνασπισμός 19 ευρωπαϊκών κρατών, με πρωταγωνιστικό τον ρόλο του Βερολίνου, απαίτησε και πέτυχε κρίσιμες τροποποιήσεις στο αποκαλούμενο αποθεματικό σταθερότητας της αγοράς. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός ασφαλείας, ο οποίος θα διατηρηθεί τουλάχιστον μέχρι το 2036, εμπεριέχει 600 εκατομμύρια επιπλέον πιστοποιητικά ρύπων που μπορούν να διοχετευθούν στο σύστημα όταν παρατηρούνται ακραίες αυξητικές τάσεις. Σύμφωνα με τον νέο σχεδιασμό, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει πλέον τη δυνατότητα να απελευθερώνει έως και 80 εκατομμύρια τέτοια δικαιώματα ετησίως, έναντι των μόλις 20 εκατομμυρίων που προέβλεπε το αρχικό αυστηρότερο σχέδιο. Η ενεργοποίηση αυτής της δικλείδας ασφαλείας θα πραγματοποιείται όταν η τιμή υπερβαίνει τα 45 ευρώ ανά τόνο και τα διαθέσιμα πιστοποιητικά στην ελεύθερη αγορά πέφτουν κάτω από το κρίσιμο όριο των 260 εκατομμυρίων. Το αυξημένο προσφερόμενο απόθεμα έχει ως αποκλειστικό σκοπό να καλύψει την αυξημένη ζήτηση και να απορροφήσει τους κραδασμούς στο πορτοφόλι του τελικού καταναλωτή.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιβράδυνση των αυστηρών περιβαλλοντικών στόχων προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στο πολιτικό σκηνικό, μεταβάλλοντας παράλληλα τον σχεδιασμό των κρατικών εσόδων που προορίζονταν για έργα πράσινης μετάβασης. Αν και οι πολίτες προστατεύονται από άμεσες οικονομικές επιβαρύνσεις, τα εθνικά ταμεία υποστήριξης για την κλιματική δράση θα στερηθούν πόρους εξαιτίας των χαμηλότερων εισπράξεων από τις δημοπρασίες. Αναφορικά με τον αντίκτυπο αυτών των μέτρων, ο εκπρόσωπος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Peter Liese, υπερασπίστηκε την απόφαση υπογραμμίζοντας ότι προσφέρει ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις μεταφορικές εταιρείες, αποτρέποντας την περαιτέρω στρέβλωση του ανταγωνισμού. Αντίθετα, ο Ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Michael Bloss, φέρεται να εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις, αναφέροντας πως η μεταρρύθμιση αυτή υποβαθμίζει ένα βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, επιτρέποντας ενδεχομένως την πρόσθετη έκλυση τεράστιων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.