Γερμανία – Την έντονη αντίδραση κορυφαίων Ρεπουμπλικανών αξιωματούχων έχει προκαλέσει η απόφαση του αμερικανικού Πενταγώνου για την απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία.
Ο σχεδιασμός προβλέπει την απομάκρυνση 5.000 στρατιωτών μέσα στους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες, προκαλώντας ανησυχίες για την αποτρεπτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Ενστάσεις από το αμερικανικό Κογκρέσο για την αποτρεπτική ισχύ
Η ανακοίνωση για τη μετακίνηση των δυνάμεων προκάλεσε την άμεση παρέμβαση κορυφαίων στελεχών του Κογκρέσου.
Ειδικότερα, ο γερουσιαστής από το Μισισιπή, Ρότζερ Γουίκερ, και ο βουλευτής από την Αλαμπάνα, Μάικ Ρότζερς, με κοινή τους τοποθέτηση το Σάββατο, δήλωσαν εξαιρετικά ανήσυχοι για την προοπτική απομάκρυνσης μιας αμερικανικής ταξιαρχίας.
Οι συγκεκριμένοι νομοθέτες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, καθώς προεδρεύουν στις επιτροπές ενόπλων δυνάμεων της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή τους, κάθε σημαντική τροποποίηση που αφορά την παρουσία του αμερικανικού στρατού στην ευρωπαϊκή ήπειρο οφείλει να αποτελεί αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης και αυστηρού συντονισμού με το Κογκρέσο και τους συμμαχικούς εταίρους.
Στο πλαίσιο αυτό, εκφράζουν την προσδοκία για στενή συνεργασία με το αρμόδιο υπουργείο το προσεχές διάστημα, εστιάζοντας στις επιπτώσεις που θα επιφέρει η απόφαση στη συνολική αποτρεπτική ικανότητα και στις διατλαντικές σχέσεις.
Επιπλέον, διευκρινίζουν ότι η ανάληψη της συμβατικής αποτροπής από τους συμμάχους του ΝΑΤΟ απαιτεί σημαντικό χρόνο, ακόμη και στην περίπτωση που οι αμυντικές δαπάνες αγγίξουν το 5% του ΑΕΠ.
Υπό αυτά τα δεδομένα, προειδοποιούν ότι η πρόωρη μείωση των αμερικανικών δυνάμεων δημιουργεί κινδύνους υπονόμευσης της ασφάλειας και μεταφέρει λανθασμένα μηνύματα στον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη δρομολογήθηκε μετά τις προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, με αφορμή τις δηλώσεις του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς.
Ο Γερμανός ηγέτης είχε υποστηρίξει ότι οι Ιρανοί ταπεινώνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στις συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου, σημειώνοντας παράλληλα την αδυναμία του να διακρίνει τη στρατηγική εξόδου της Ουάσιγκτον.
Ο αντίκτυπος στο Βερολίνο και οι εγχώριες πολιτικές τοποθετήσεις
Η δρομολογούμενη αποχώρηση των στρατιωτών πυροδότησε μια σειρά από τοποθετήσεις στο εσωτερικό της γερμανικής πολιτικής σκηνής, με τους εκπροσώπους των κομμάτων να αξιολογούν τα νέα δεδομένα.
Ο υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, χαρακτήρισε την εξέλιξη προβλέψιμη, αναφέροντας ότι αναμενόταν η απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από ευρωπαϊκές χώρες.
Σε θεσμικό επίπεδο, εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ διατήρησε χαμηλούς τόνους, διευκρινίζοντας ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία βρίσκεται σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να κατανοηθούν πλήρως οι λεπτομέρειες που αφορούν τη στρατιωτική παρουσία στη χώρα.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας της ομοσπονδιακής Βουλής, Τόμας Ρέβενκαμπ, προσέγγισε το ζήτημα με ψυχραιμία. Παρότι χαρακτήρισε την αμερικανική ανακοίνωση ως κλήση αφύπνισης, τόνισε ότι η μετακίνηση 5.000 στρατιωτών δεν αποτελεί αιτία πανικού.
Από την πλευρά του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, ο ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούργκεν Χαρτ, εξέφρασε έντονη ανησυχία.
Σημείωσε ότι η αξιοπιστία της αποτροπής και η δέσμευση προστασίας της Ευρώπης υπονομεύονται, ενώ απέδωσε την κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ σε δημοσκοπική πίεση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, η εκπρόσωπος των Πρασίνων, Σάρα Νανί, απαίτησε μια συντονισμένη ευρωπαϊκή αντίδραση, ασκώντας παράλληλα κριτική στον καγκελάριο Μερτς για αμφιταλάντευση απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο.
Διαφορετική είναι η οπτική του Σέρεν Πέλμαν, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς, ο οποίος υποστήριξε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις από εθνικό έδαφος αντίκεινται στη συνταγματική επιταγή για ειρήνη, χαρακτηρίζοντας τη μείωση του προσωπικού ως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Τέλος, ο συμπρόεδρος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία, Τίνο Χρουπάλα, υπενθύμισε ότι η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων αποτελεί πάγια θέση στο πρόγραμμα του κόμματός του.
Στρατηγική διάσταση και ο ρόλος των υποδομών στην Ευρώπη
Η ιστορική παρουσία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη χώρα ξεκινά το 1945, αμέσως μετά την παράδοση των Ναζί και τη διαμόρφωση των ζωνών κατοχής.
Αν και οι αριθμοί του προσωπικού μειώθηκαν δραματικά στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η στρατηγική αξία των εγκαταστάσεων αναβαθμίστηκε κατακόρυφα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, λειτουργώντας ως ανάχωμα άμυνας της Δυτικής Ευρώπης έναντι της Σοβιετικής Ένωσης.
Σήμερα, με βάση τα στοιχεία του Αμερικανικού Κέντρου Δεδομένων Στρατιωτικών Ανθρώπινων Πόρων, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν περίπου 36.400 στρατιώτες, οι οποίοι κατανέμονται σε περισσότερες από είκοσι στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην επικράτεια.
Με την πάροδο των δεκαετιών, ο χαρακτήρας αυτών των εγκαταστάσεων μεταβλήθηκε σημαντικά.
Από αμιγώς αμυντικές θέσεις, έχουν πλέον μετεξελιχθεί σε κρίσιμα κέντρα προετοιμασίας και επιμελητειακής υποστήριξης για στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν και προσφάτως το Ιράν.
Η ανάλυση των ειδικών καταδεικνύει ότι μια ουσιαστική απομάκρυνση δυνάμεων θα δημιουργήσει τεράστια στρατηγικά και υλικοτεχνικά εμπόδια στην παγκόσμια δράση της Ουάσιγκτον.
Ο Τζεφ Ράθκε, ειδικός αναλυτής από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Γερμανίας, ξεκαθαρίζει ότι η λειτουργία αυτών των υποδομών δεν συνιστά φιλανθρωπική συνεισφορά προς την Ευρώπη, αλλά βασικό πυλώνα της αμερικανικής στρατηγικής διεθνώς. Χωρίς την πλήρη αξιοποίησή τους, πληθώρα στρατιωτικών αποστολών θα αντιμετώπιζε ακραίες δυσκολίες.
Αντίστοιχες εξαγγελίες περί μείωσης του προσωπικού είχαν διατυπωθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ και το 2020, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, με επίκληση τις χαμηλές αμυντικές δαπάνες και την προώθηση του αγωγού Nord Stream 2.
Ωστόσο, η τότε πρωτοβουλία δεν υλοποιήθηκε, προσκρούοντας σε ισχυρές πολιτικές αντιστάσεις στο Κογκρέσο και σε πρακτικά εμπόδια.
Ενώ υφίσταται το ενδεχόμενο ανακατανομής δυνάμεων σε κράτη όπως η Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία, ενδεχόμενες περικοπές σε στρατηγικούς κόμβους, όπως η Στουτγκάρδη και το Ράμσταϊν, θα επέφεραν βαρύ πλήγμα στην αποτελεσματικότητα και στην ικανότητα άμεσης αντίδρασης των Ηνωμένων Πολιτειών σε διεθνείς κρίσεις.