Μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, τον Αύγουστο του 2025, η εικόνα ήταν αντίστροφη. Οι δικαιούχοι του εισοδήματος κοινωνικής ένταξης ανέρχονταν σε 166.000, ενώ οι πλήρως άνεργοι που λάμβαναν επίδομα έφταναν τους 304.000. Η νέα σύγκριση δείχνει επομένως ταυτόχρονη αύξηση της προσφυγής στην κοινωνική βοήθεια και μεγάλη μείωση του αριθμού όσων επιδοτούνται ως άνεργοι.
Πώς η μεταρρύθμιση άλλαξε τους αριθμούς
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση περιόρισε από την 1η Μαρτίου 2026 τη διάρκεια καταβολής των επιδομάτων ανεργίας στους 12 μήνες, προβλέποντας δυνατότητα παράτασης για έως έναν επιπλέον χρόνο, ανάλογα με το εργασιακό ιστορικό του δικαιούχου. Η αλλαγή περιόρισε τον αριθμό των ανθρώπων που εξακολουθούν να λαμβάνουν επίδομα από το σύστημα ανεργίας.
Από τον Ιανουάριο, περίπου 133.000 άνθρωποι έχουν χάσει το δικαίωμα στο επίδομα, ενώ περισσότεροι από 57.000 επιπλέον άνθρωποι άρχισαν να λαμβάνουν εισόδημα κοινωνικής ένταξης από τα CPAS. Η αναλογία αντιστοιχεί περίπου στο 43%, δηλαδή είναι μεγαλύτερη από το ένα τρίτο που είχε προβλέψει ο υπουργός Απασχόλησης David Clarinval.
Οι δύο παροχές δεν είναι ταυτόσημες. Το επίδομα ανεργίας συνδέεται με το σύστημα προστασίας των ανέργων, ενώ το εισόδημα κοινωνικής ένταξης χορηγείται μέσα από τα δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας. Η απώλεια του πρώτου δεν συνεπάγεται αυτομάτως δικαίωμα στο δεύτερο. Επίσης, η μείωση των δικαιούχων επιδόματος ανεργίας δεν αποδεικνύει από μόνη της αντίστοιχη μείωση του συνολικού αριθμού των ανθρώπων χωρίς εργασία.
Εξοικονόμηση για το κράτος, πίεση στις τοπικές υπηρεσίες
Με τη μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση ανέμενε να περιορίσει τις ομοσπονδιακές δαπάνες για επιδόματα ανεργίας κατά σχεδόν 2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η αύξηση των αιτήσεων κοινωνικής βοήθειας μεταφέρει μέρος της οικονομικής και διοικητικής επιβάρυνσης στα τοπικά CPAS, τα οποία είναι αρμόδια για τη διαχείριση αυτών των παροχών.
Αυτό είναι και το κρίσιμο στοιχείο πίσω από την αλλαγή της κατάταξης: η μείωση των δαπανών σε ένα σκέλος κοινωνικής προστασίας δεν σημαίνει αναγκαστικά ισόποση υποχώρηση της ανάγκης για δημόσια στήριξη. Η εξέλιξη δείχνει γιατί οι αριθμοί των επιδοτούμενων ανέργων πρέπει να διαβάζονται μαζί με εκείνους των δικαιούχων κοινωνικής ένταξης.
Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου
Η μεταρρύθμιση έχει ήδη αντιμετωπίσει και δικαστικό έλεγχο. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2026, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου ακύρωσε μέρος των μεταβατικών ρυθμίσεων, κρίνοντας ότι ορισμένοι μακροχρόνια άνεργοι είχαν στη διάθεσή τους μικρότερο χρονικό διάστημα καταβολής παροχών με τρόπο που δημιουργούσε διακριτική μεταχείριση.
Το δικαστήριο δεν ακύρωσε τον γενικό χρονικό περιορισμό των επιδομάτων ανεργίας. Η απόφασή του αφορά συγκεκριμένες μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες χρειάζονται προσαρμογή. Κατά τη δημοσίευση των στοιχείων δεν είχε ανακοινωθεί αναθεωρημένο σχέδιο, ενώ η μελλοντική εξέλιξη του αριθμού των δικαιούχων θα εξαρτηθεί και από τον τρόπο εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων.