Για το 2027, το ΔΝΤ προβλέπει αύξηση του ολλανδικού ΑΕΠ κατά 1,3%. Οι εκτιμήσεις αφορούν την οικονομική δραστηριότητα και δεν σημαίνουν ότι τα νοικοκυριά θα δουν αντίστοιχη μείωση στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών που αγοράζουν.
Η Γερμανία και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη
Η βελτιωμένη πρόβλεψη για την Ολλανδία συνδέεται εν μέρει με τις καλύτερες οικονομικές προοπτικές της Γερμανίας. Το ΔΝΤ αναθεώρησε και για τη γερμανική οικονομία την εκτίμησή του για το 2026, από ανάπτυξη 0,7% σε 1,3%.
Στους θετικούς παράγοντες περιλαμβάνονται επίσης οι μεγάλες επενδύσεις που πραγματοποιούνται διεθνώς στην τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης. Η σημασία τους δεν περιορίζεται απαραίτητα στις ίδιες τις εταιρείες τεχνολογίας: σε γενικό επίπεδο, τέτοιες επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν ζήτηση για εξοπλισμό, υπηρεσίες και υποδομές. Το Ταμείο τις εντάσσει στους λόγους για τους οποίους η προοπτική της ολλανδικής οικονομίας εμφανίζεται ενισχυμένη.
Ο πληθωρισμός και η μεγάλη αύξηση στα καύσιμα
Η καλύτερη πρόβλεψη ανάπτυξης συνοδεύεται από επίμονη πίεση στο κόστος ζωής. Το ΔΝΤ αναμένει αύξηση των τιμών καταναλωτή κατά 2,9% για το σύνολο του 2026, με την ενέργεια και τα καύσιμα να συμβάλλουν στο αυξημένο κόστος.
Η ολλανδική στατιστική υπηρεσία CBS ανακοίνωσε ότι ο πληθωρισμός έφτασε τον Σεπτέμβριο στο 3,4%, συνεχίζοντας την ανοδική τάση που είχε αρχίσει τον Ιούλιο. Το 3,4% αφορά τη μέτρηση του συγκεκριμένου μήνα, ενώ το 2,9% αποτελεί πρόβλεψη για το έτος. Πρόκειται επομένως για διαφορετικά χρονικά μεγέθη, που δεν πρέπει να συγχέονται.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η επιβάρυνση στην αγορά καυσίμων. Οι τιμές τους έχουν αυξηθεί κατά 27,2% μέσα σε ένα έτος, με το πετρέλαιο κίνησης να κοστίζει σχεδόν 2,50 ευρώ το λίτρο στα πρατήρια. Αντίθετα, για τα τρόφιμα καταγράφεται μείωση τιμών 1,9%, στοιχείο που δείχνει ότι η κίνηση των τιμών δεν είναι ίδια σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων.
Στην αποτίμησή του, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η επίδραση της σύγκρουσης στο Ιράν στις τιμές των καυσίμων έχει περιοριστεί χάρη στην αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών πετρελαίου και φυσικού αερίου από διάφορες χώρες. Η υποχώρηση της πίεσης από έναν παράγοντα, ωστόσο, δεν αναιρεί το ήδη αυξημένο κόστος που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.