Γερμανία – Στην 25η θέση παγκοσμίως κατατάσσεται το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα για το 2026, με συνολική βαθμολογία 67,9 στα 100 και αξιολόγηση Β στον διεθνή δείκτη Marsh CFA Institute Global Pension Index. Η κατάταξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η δημογραφική πίεση στη χρηματοδότηση των συντάξεων συνοδεύεται από κυβερνητικό σχέδιο εκτεταμένων αλλαγών.
Η διεθνής αξιολόγηση εξετάζει συνολικά την προστασία που προσφέρει ένα συνταξιοδοτικό σύστημα στους πολίτες, τη δυνατότητά του να ανταποκρίνεται μακροπρόθεσμα στις υποχρεώσεις του και τους κανόνες λειτουργίας του. Για τη Γερμανία, η βαθμολογία καλύπτει τόσο τη δημόσια ασφάλιση όσο και τις επαγγελματικές και ιδιωτικές συντάξεις, χωρίς να αποτυπώνει αποκλειστικά την κατάσταση του κρατικού ταμείου.
Τι σημαίνει η βαθμολογία Β για τις γερμανικές συντάξεις
Η έκθεση αποδίδει στο γερμανικό σύστημα θετική εικόνα ως προς την ελάχιστη οικονομική προστασία των ηλικιωμένων με τα χαμηλότερα εισοδήματα. Επισημαίνει ακόμη ότι οι καθαρές συντάξεις αναπληρώνουν ικανοποιητικό μέρος των προηγούμενων αποδοχών για εργαζομένους διαφορετικών εισοδηματικών κατηγοριών, ενώ αναγνωρίζει την ποιότητα της εποπτείας και των κανόνων διακυβέρνησης.
Στα στοιχεία που αξιολογούνται ευνοϊκά περιλαμβάνονται η προστασία των ασφαλισμένων και η ενημέρωσή τους. Η συνολική αυτή αποτίμηση αφορά τρεις διακριτούς πυλώνες: την υποχρεωτική κρατική σύνταξη, τις συνταξιοδοτικές παροχές μέσω εργοδότη και την ιδιωτική συνταξιοδοτική αποταμίευση. Επομένως, μια σχετικά καλή διεθνής βαθμολογία δεν αναιρεί τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ειδικά ο δημόσιος πυλώνας.
Από 2,7 εργαζομένους ανά συνταξιούχο σε πρόβλεψη για 1,5
Το γερμανικό κρατικό συνταξιοδοτικό βασίζεται στην αναδιανεμητική χρηματοδότηση: οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρησιμοποιούνται για τις συντάξεις όσων έχουν ήδη αποχωρήσει από την εργασία. Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής μεταβάλλουν σταδιακά την ισορροπία μεταξύ εκείνων που καταβάλλουν εισφορές και εκείνων που λαμβάνουν παροχές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Demografieportal που παρατίθενται στο δημοσίευμα, το 1992 αντιστοιχούσαν 2,7 άτομα σε ηλικία εργασίας σε κάθε συνταξιούχο. Το 2022 η αναλογία είχε περιοριστεί στα 2,0, ενώ για το 2030 προβλέπεται να μειωθεί στο 1,5. Πρόκειται για ένδειξη της αυξανόμενης δημογραφικής πίεσης στο σύστημα και όχι για μέτρηση της σύνταξης που λαμβάνει κάθε ασφαλισμένος.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για την ερμηνεία της κατάταξης: ο διεθνής δείκτης συνυπολογίζει την επάρκεια των παροχών, τη βιωσιμότητα της χρηματοδότησης και την αξιοπιστία της διαχείρισης. Ένα σύστημα μπορεί να συγκεντρώνει θετική βαθμολογία σε ορισμένους τομείς, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει προκλήσεις ως προς τη μελλοντική χρηματοδότησή του.
Οι χώρες που προηγούνται στη διεθνή κατάταξη
Στην πρώτη θέση του δείκτη για το 2026 βρίσκεται η Ολλανδία με 85,8 μονάδες, ακολουθούμενη από τη Δανία με 84,1 και την Ισλανδία με 84,0. Η Σιγκαπούρη συγκεντρώνει 82,0 μονάδες, το Ισραήλ 81,9 και η Αυστραλία 80,6, συμπληρώνοντας τις έξι χώρες με την ανώτατη αξιολόγηση Α. Η Αυστραλία εντάχθηκε φέτος στην κορυφαία κατηγορία.
Η ετήσια έρευνα συγκρίνει 55 συνταξιοδοτικά συστήματα, τα οποία καλύπτουν περίπου το 66% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η κατάταξη στηρίζεται σε τρεις διαστάσεις: την επάρκεια των συντάξεων για τη διαβίωση μετά την εργασία, τη μακροχρόνια βιωσιμότητα και την ακεραιότητα των θεσμών, όπου υπάγονται η εποπτεία και οι εγγυήσεις προς τους ασφαλισμένους.
Τι προβλέπει το σχέδιο μεταρρύθμισης από το 2027
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κυβερνητικός συνασπισμός CDU/CSU και SPD προωθεί σχέδιο συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης 33 σημείων. Ανάμεσα στις κατευθύνσεις που περιγράφονται περιλαμβάνονται η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης και η επένδυση συνταξιοδοτικών κεφαλαίων στις αγορές.
Το σχέδιο προβλέπει ακόμη να καταστεί υποχρεωτική η συμμετοχή των ελεύθερων επαγγελματιών στο κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Η κυβέρνηση επιδιώκει την έγκρισή του από την Ομοσπονδιακή Βουλή, την Bundestag, μέσα στις επόμενες εβδομάδες, με στόχο την έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 2027. Πρόκειται, πάντως, για προτεινόμενες αλλαγές και όχι για ρυθμίσεις που έχουν ήδη εγκριθεί.