Γερμανία – Οι ολοένα και πιο συχνές περίοδοι καύσωνα εξελίσσονται σε έναν ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα κόστους για τον επιχειρηματικό κόσμο στη #Γερμανία, με τις προβλέψεις για το άμεσο μέλλον να προκαλούν έντονη ανησυχία.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία από σχετική έρευνα της ασφαλιστικής εταιρείας Allianz Trade, η οικονομική παραγωγή της χώρας ενδέχεται να υποστεί σημαντικό περιορισμό έως το έτος 2030.
Οι αναλυτές του χρηματοοικονομικού οργανισμού κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, εκτιμώντας ότι οι συνολικές απώλειες για τη γερμανική οικονομία θα μπορούσαν να αγγίξουν το αστρονομικό ποσό των 112,5 δισεκατομμυρίων ευρώ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εξαιτίας της κλιματικής πίεσης.
Η συγκεκριμένη μελέτη βασίζεται στα τρέχοντα μετεωρολογικά μοντέλα, τα οποία εάν διατηρηθούν, θα φέρουν τις επιχειρήσεις αντιμέτωπες με ένα σύνθετο, «διπλό βάρος».
Από τη μία πλευρά, καταγράφεται μια σαφής τάση υποχώρησης της παραγωγικότητας των εργαζομένων, καθώς οι συνθήκες εργασίας γίνονται πιο απαιτητικές λόγω της ζέστης. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται ταυτόχρονη κατακόρυφη αύξηση του λειτουργικού κόστους ενέργειας.
Οι ερευνητές προσδιορίζουν μάλιστα με ακρίβεια αυτή τη σχέση, επισημαίνοντας ότι η αποδοτικότητα του προσωπικού μειώνεται κατά περίπου 3% για κάθε επιπλέον βαθμό κελσίου μόλις η θερμοκρασία ξεπεράσει το όριο των 30 βαθμών, ενώ την ίδια ώρα η δαπάνη για ενέργεια αυξάνεται κατά 1,2% ανά βαθμό, εξαιτίας των αναγκών κλιματισμού.
Διαρθρωτικό οικονομικό σοκ και επιπτώσεις στο ΑΕΠ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια απλή, παροδική μεταβολή του καιρού, αλλά λαμβάνει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Allianz Trade για τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία, Μίλο Μπόγκαερτς, υπογράμμισε ότι η ακραία ζέστη αποτελεί πλέον ένα νέο διαρθρωτικό οικονομικό σοκ.
Ο ίδιος εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι η πραγματική ζημιά θα γίνει ορατή σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς οι μειωμένες προσδοκίες γύρω από τις μελλοντικές αποδόσεις αναμένεται να περιορίσουν τις επενδύσεις, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα και φρενάροντας την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι επισημάνσεις του ανώτερου οικονομολόγου κλίματος της Allianz Research, Χαζέμ Κρίχενε, ο οποίος σημείωσε ότι για τα επόμενα τέσσερα έτη δεν αποκλείεται να καταγραφούν απώλειες που θα φτάσουν ακόμη και το 3% του γερμανικού ΑΕΠ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα τοποθετούσε τη χώρα στον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρουσιάζοντας χειρότερη εικόνα σε σχέση με τις ψυχρότερες χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, όπως η Ιρλανδία και η Φινλανδία, αλλά διατηρώντας ένα σχετικό προβάδισμα έναντι κρατών του νότου, όπως η Ισπανία και η Ιταλία.
Το βασικό συμπέρασμα των ειδικών παραμένει ότι η Ευρώπη συνολικά δεν διαθέτει την απαραίτητη προετοιμασία για την αντιμετώπιση αυτών των θερμοκρασιακών εξάρσεων.
Η υστέρηση της Ευρώπης στις υποδομές κλιματισμού
Η δομική αδυναμία της γηραιάς ηπείρου να διαχειριστεί την άνοδο του υδραργύρου εντοπίζεται κυρίως στον αρχιτεκτονικό και υποδομικό της σχεδιασμό.
Όπως εξήγησε ο Χαζέμ Κρίχενε, η Ευρώπη ιστορικά κατασκευάστηκε με γνώμονα την προστασία από το κρύο, με αποτέλεσμα πολλά κτίρια να έχουν σχεδιαστεί για να εγκλωβίζουν τη θερμότητα αντί να τη διώχνουν.
Αντίθετα, σε περιοχές όπως οι ΗΠΑ, η Μέση Ανατολή και η Ασία, η διαχείριση των υψηλών θερμοκρασιών είναι ενσωματωμένη εδώ και δεκαετίες στον σχεδιασμό των υποδομών.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνεται έντονα στα ποσοστά χρήσης κλιματιστικών, καθώς στις ΗΠΑ το 90% των νοικοκυριών διαθέτει σχετικό εξοπλισμό, ενώ στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό περιορίζεται μόλις στο 19%.
Η αναγκαιότητα λήψης μέτρων γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, αν ληφθούν υπόψη οι επίσημες προειδοποιήσεις από τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό, ο οποίος προβλέπει συνεχή άνοδο των θερμοκρασιών παγκοσμίως.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι υπάρχει πιθανότητα 86% ένα από τα έτη της περιόδου μεταξύ 2026 και 2030 να σπάσει το προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ μέσης θερμοκρασίας που σημειώθηκε το 2024.
Η πίεση προς τον επιχειρηματικό κόσμο για άμεση προσαρμογή εντείνεται, με την Allianz Trade να επισημαίνει ότι η πράσινη μετάβαση και οι επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές αποτελούν πλέον κεντρικό πυλώνα οικονομικής πολιτικής, προσφέροντας σαφές πλεονέκτημα σε όσες χώρες κινηθούν ταχύτερα για την προστασία των εργαζομένων τους.