Σε μια ιστορική ψηφοφορία που αναδιαμορφώνει ριζικά το τοπίο της κοινωνικής και μεταναστευτικής πολιτικής στη γειτονική της χώρα, η ολλανδική Γερουσία (Eerste Kamer) ενέκρινε το νομοσχέδιο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.
Η συγκεκριμένη νομοθετική εξέλιξη, την οποία οι πολιτικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση του συστήματος υποδοχής των τελευταίων είκοσι πέντε ετών, έρχεται σε μια περίοδο έντονης πίεσης για τα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς το νέο σύμφωνο πρόκειται να τεθεί σε πλήρη ισχύ σε ολόκληρη την ήπειρο στις 12 Ιουνίου. Η απόφαση της Χάγης να υιοθετήσει ένα εξαιρετικά αυστηρό πλαίσιο, υπερβαίνοντας μάλιστα σε πολλά σημεία τις βασικές ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές, αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τις ροές και τις διαδικασίες ελέγχου, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις και στις υπόλοιπες χώρες της κεντρικής Ευρώπης.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η ολλανδική Γερουσία υπερψήφισε τη μεταρρύθμιση ενόψει της έναρξης ισχύος του ευρωπαϊκού συμφώνου στις 12 Ιουνίου.
- Καταργούνται οριστικά οι άδειες διαμονής αόριστης διάρκειας για τους αιτούντες άσυλο στη χώρα.
- Η μέγιστη διάρκεια των προσωρινών αδειών περιορίζεται δραστικά από τα πέντε έτη στα τρία.
- Η κυβέρνηση επιλέγει τη χρηματοδοτική συνεισφορά αντί για την υποδοχή επιπλέον προσφύγων στο έδαφός της.
Οι αυστηρές διαδικασίες στα εξωτερικά σύνορα και ο μηχανισμός αλληλεγγύης
Η αρχιτεκτονική του νέου συστήματος, όπως περιγράφεται στα επίσημα έγγραφα της ολλανδικής κυβέρνησης (Rijksoverheid), στοχεύει στην επίτευξη ταχύτερων διαδικασιών εξέτασης, στην άμεση απομάκρυνση όσων οι αιτήσεις απορρίπτονται τελεσίδικα και στη συνολική μείωση των αφίξεων. Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται η καθιέρωση μιας υποχρεωτικής διαδικασίας ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία προβλέπει ακόμη και την κράτηση των ατόμων που παρουσιάζουν ελάχιστες πιθανότητες να λάβουν καθεστώς προστασίας. Η χώρα εφαρμόζει ήδη αυτούς τους αυστηρούς ελέγχους στο διεθνές αεροδρόμιο Schiphol, ενώ πλέον καθίσταται υποχρεωτική η εφαρμογή ενιαίων υγειονομικών ελέγχων, ταυτοποίησης στοιχείων και μιας κοινής βάσης δεδομένων για τα δακτυλικά αποτυπώματα.
Για όσους δεν καταφέρνουν να εξασφαλίσουν θετική απάντηση, το σύμφωνο εισάγει τον θεσμό των «κέντρων επιστροφής», τα οποία αποτελούν ειδικές εγκαταστάσεις σε τρίτες χώρες εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων, όπου θα διεκπεαιώνονται οι διαδικασίες απέλασης. Παράλληλα, ενεργοποιείται ένας δεσμευτικός μηχανισμός αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, ο οποίος ορίζει ότι σε περίπτωση υπερβολικής πίεσης ενός κράτους, τα υπόλοιπα οφείλουν είτε να υποδεχθούν έναν αριθμό προσφύγων είτε να καταβάλουν ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Δεδομένου ότι τα εγχώρια κέντρα υποδοχής της χώρας είναι εδώ και καιρό δραματικά υπερπλήρη, η ηγεσία επέλεξε να προχωρήσει σε χρηματικές πληρωμές, αποφεύγοντας την είσοδο νέων ατόμων στην επικράτειά της.
Η υιοθέτηση των σκληρών μέτρων και ο περιορισμός των αδειών
Η πολιτική στάση της κυβέρνησης αποδείχθηκε ιδιαίτερα άκαμπτη, καθώς επέλεξε να μην περιοριστεί στην απλή ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών, αλλά να προχωρήσει σε ακόμη πιο σκληρές ρυθμίσεις. Κατά τη σύνταξη του τελικού κειμένου, οι νομοθέτες ενσωμάτωσαν έξι από τα εννέα αυστηρά μέτρα του νομοσχεδίου για την έκτακτη ανάγκη στο άσυλο (Asielnoodmaatregelenwet), ενός σχεδίου που είχε καταψηφιστεί από τη Γερουσία στις αρχές του έτους. Η πλέον ηχηρή αλλαγή αφορά την πλήρη κατάργηση των αδειών διαμονής αόριστης διάρκειας, ενώ ταυτόχρονα το ανώτατο χρονικό όριο των προσωρινών αδειών συρρικνώνεται από τα πέντε έτη στα τρία, περιορίζοντας τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα για τους διαμένοντες.
Επιπλέον, εφαρμόζεται με απόλυτη αυστηρότητα το σύστημα διπλού καθεστώτος, διαχωρίζοντας σαφώς τους αιτούντες σε δύο κατηγορίες: σε όσους εγκαταλείπουν εμπόλεμες ζώνες και σε εκείνους που αντιμετωπίζουν προσωπικό κίνδυνο δίωξης. Σύμφωνα με την ολλανδική ερμηνεία, η πρώτη ομάδα –οι πρόσφυγες πολέμου– θα διαθέτει πλέον πολύ περιορισμένα δικαιώματα όσον αφορά τις διαδικασίες οικογενειακής επανένωσης σε σχέση με όσους ζητούν προστασία για εξατομικευμένους λόγους. Η διαφοροποίηση αυτή αποσκοπεί στον περαιτέρω περιορισμό των έμμεσων μεταναστευτικών ροών προς τη χώρα.
Οι επιφυλάξεις των αρχών και ο κίνδυνος δικαστικού εκτροχιασμού
Παρά την πανηγυρική έγκριση του νομοθετήματος, ο αρμόδιος υπουργός για θέματα ασύλου Bart van den Brink έσπευσε να χαμηλώσει τους τόνους, προειδοποιώντας δημόσια τους πολίτες να μην αντιμετωπίζουν το Μεταναστευτικό Σύμφωνο ως μια μαγική λύση για όλα τα προβλήματα. Η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι η πλειονότητα των κρατών μελών δεν είναι ακόμη επιχειρησιακά έτοιμη για την επίσημη έναρξη της 12ης Ιουνίου. Την ίδια στιγμή, η αρμόδια Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης (IND) βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν τεράστιο όγκο εκκρεμών αιτήσεων, γεγονός που καθιστά την άμεση εφαρμογή των νέων χρονοδιαγραμμάτων εξαιρετικά δύσκολη.
Έντονες αντιδράσεις εκφράζονται και από το Συμβούλιο Προσφύγων (VluchtelingenWerk), το οποίο αμφισβητεί ανοιχτά εάν η λειτουργία των κέντρων απέλασης εκτός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την πλευρά τους, οι δικαστικές αρχές της χώρας προετοιμάζονται για ένα πρωτοφανές κύμα προσφυγών στα δικαστήρια. Οι νομικοί εκτιμούν ότι χιλιάδες αιτούντες άσυλο θα προσβάλουν τις αποφάσεις που τους κατατάσσουν στο λιγότερο ευνοϊκό καθεστώς του συστήματος διπλής προστασίας, προκαλώντας σοβαρή συμφόρηση στο δικαστικό σύστημα τους επόμενους μήνες.