Βαυαρία – Ιστορικό ρεκόρ σημείωσαν στη Βαυαρία οι φοροαπαλλαγές που δόθηκαν σε κατόχους μεγάλων περιουσιών κατά το προηγούμενο έτος, με το κρατίδιο να διαγράφει το ιλιγγιώδες ποσό των 2,37 δισεκατομμυρίων ευρώ από φόρους δωρεάς. Η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, η οποία ενεργοποιείται με διακηρυγμένο στόχο την προστασία των οικογενειακών επιχειρήσεων, προκαλεί πλέον έντονες πολιτικές αντιδράσεις για φορολογική ανισότητα, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο θεσμικών συζητήσεων στη Γερμανία.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- 2,37 δισεκατομμύρια ευρώ είναι το συνολικό ποσό του φόρου δωρεάς που διεγράφη επισήμως στη Βαυαρία.
- 26 εκατομμύρια ευρώ αποτελεί το κατώτατο όριο μεταβιβάσεων για την υποβολή αιτήματος φοροαπαλλαγής.
- 34,6 εκατομμύρια ευρώ ανέρχεται η διάμεσος τιμή (median) της φορολογικής διαγραφής ανά εγκεκριμένη περίπτωση.
Ο μηχανισμός των αφορολόγητων μεταβιβάσεων
Το νομοθετικό πλαίσιο της Γερμανίας προβλέπει εδώ και σχεδόν μία δεκαετία τον λεγόμενο έλεγχο ανάγκης προστασίας, σύμφωνα με τον οποίο η προβλεπόμενη φορολογία μπορεί να μειωθεί σημαντικά ή να εξαλειφθεί πλήρως. Ο κανόνας αυτός ενεργοποιείται αποκλειστικά όταν μεταβιβάζεται περιουσία άνω των 26 εκατομμυρίων ευρώ. Βασική προϋπόθεση για την τελική έγκριση αποτελεί η προσκόμιση αποδείξεων από τον αποδέκτη, οι οποίες βεβαιώνουν ότι δεν διαθέτει τη δεδομένη στιγμή επαρκή ρευστότητα για την εξόφληση της οφειλής.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση θεσπίστηκε το 2016, έπειτα από σχετική απόφαση που εξέδωσε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο είχε κρίνει τις προγενέστερες απαλλαγές για την επιχειρηματική περιουσία ως υπερβολικά διευρυμένες. Ο βασικός ισχυρισμός των κυβερνητικών εταίρων για την εισαγωγή του αναθεωρημένου μέτρου ήταν η άμεση διασφάλιση των χιλιάδων θέσεων εργασίας στις μεγάλες εταιρείες της χώρας.
Τα επίσημα δεδομένα από τις βαυαρικές εφορίες
Τα αναλυτικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Οικονομικών της Βαυαρίας, κατόπιν επίσημου ερωτήματος, αναδεικνύουν την πραγματική κλίμακα της εφαρμογής του μέτρου. Κατά το προηγούμενο έτος, τα αρχικά βεβαιωμένα ποσά ανέρχονταν σε 3,24 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα οποία τελικά διαγράφηκαν τα 2,37 δισεκατομμύρια. Πρόκειται για ποσό σχεδόν τριπλάσιο σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του 2024.
Εξαιρετικά αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες διαγραφές αφορούσαν στο σύνολό τους τον φόρο δωρεάς, χωρίς να καταγραφεί καμία απολύτως περίπτωση φόρου κληρονομιάς. Συνολικά, κατά την τετραετία 2021-2024, η Βαυαρία συγκεντρώνει σταθερά περίπου το 40% του συνολικού ποσού που χαρίζεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, υπογραμμίζοντας τον κομβικό ρόλο του κρατιδίου στις μεταβιβάσεις μεγάλων χαρτοφυλακίων.
Πολιτική αντιπαράθεση και αντιδράσεις
Η δημοσιοποίηση των νέων οικονομικών στοιχείων πυροδότησε την άμεση αντίδραση της πολιτικής αντιπολίτευσης στο κρατίδιο. Ο βουλευτής του SPD, Florian von Brunn, χαρακτήρησε την τρέχουσα κατάσταση ως προκλητικά άδικη απέναντι στους μέσους φορολογούμενους. Σύμφωνα με τον ίδιο, το σύστημα επιτρέπει σε κατόχους τεράστιων περιουσιών να μεταβιβάζουν εγκαίρως τα περιουσιακά τους στοιχεία, φροντίζοντας να εμφανίζονται εικονικά ως «αδύναμοι» να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις.
Από την άλλη πλευρά, η βαυαρική κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι οι κατά τόπους εφορίες δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, καθώς υφίσταται απαρέγκλιτη νομική αξίωση σε ομοσπονδιακό επίπεδο, εφόσον πληρούνται αυστηρά τα κριτήρια. Το κρατίδιο επισημαίνει ότι ο πραγματικός σκοπός δεν είναι η διευκόλυνση των εύπορων, αλλά η αδιάλειπτη συνέχεια και προστασία του γερμανικού επιχειρηματικού ιστού.
Θεσμικές προτάσεις και αναμονή αποφάσεων
Η βιωσιμότητα της σχετικής νομοθεσίας βρίσκεται ήδη στο μικροσκόπιο κορυφαίων θεσμικών οργάνων. Το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας προτείνει πλέον την αυστηροποίηση των κανόνων πλήρους απαλλαγής και την αντικατάστασή τους με γενναιόδωρες ρυθμίσεις αναστολής πληρωμών (Stundung), εξασφαλίζοντας την πιο ισότιμη μεταχείριση όλων των μορφών συσσωρευμένης περιουσίας.
Στον αντίποδα, το Ίδρυμα Οικογενειακών Επιχειρήσεων προειδοποιεί ρητά ότι μια ενδεχόμενη κατάργηση του ελέγχου ανάγκης θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο εταιρείες ζωτικής σημασίας για την εθνική οικονομία, καθώς η άντληση κεφαλαίων για την πληρωμή φόρων θα αποδυνάμωνε τη ρευστότητά τους. Εν μέσω αυτών των αντικρουόμενων πιέσεων, το Βερολίνο αναμένει τη νέα καθοριστική κρίση από το Ανώτατο Δικαστήριο για τη συνταγματικότητα του συνολικού πλαισίου.